Το Ιράν βλέπει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως εχθρό, μαζί με ΗΠΑ και Ισραήλ
Η σχέση της Τεχεράνης με τα Εμιράτα φαίνεται να φτάνει σε σημείο μη αναστρέψιμο.

Δύο πρόσφατα περιστατικά αναζωπύρωσαν τη διπλωματική επίθεση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν κατά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Πρώτον, στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, ο εμιρατινός αξιωματούχος Χαλίφα Σαχίν αλ Μαράρ (Khalifa Shaheen Al Marar) ανανέωσε τις διεκδικήσεις της κυβέρνησής του σε τρία νησιά του Περσικού Κόλπου που τελούν υπό ιρανικό έλεγχο.
Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Καζέμ Γκαρίμπ-Αμπαντί (Kazem Gharib-Abadi) απάντησε ότι η Μεγάλη και η Μικρή Τονμπ, καθώς και το Αμπού Μούσα, αποτελούν «αναπόσπαστο τμήμα της ιρανικής επικράτειας» και συνέστησε στους Εμιρατινούς να «επιδείξουν προσήλωση στην καλή γειτονία και να αποδεχθούν τις ιστορικές και νομικές πραγματικότητες της περιοχής».
Πρόκειται για ευαίσθητο ζήτημα, το οποίο δεν δέχεται να αμφισβητήσει ούτε η αντιπολίτευση του καθεστώτος. Ο σάχης Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί κατέλαβε τα νησιά το 1971, καθώς οι Βρετανοί αποχωρούσαν. Ο εξόριστος γιος του, Ρεζά Παχλαβί, έχει επαναλάβει ότι ανήκουν στην ιρανική κυριαρχία, επικρίνοντας αντιθέτως το καθεστώς ότι διακινδυνεύει την απώλειά τους λόγω αδυναμίας. Το καθεστώς, από την πλευρά του, αντιμετώπισε τις διεκδικήσεις ως ευκαιρία να υπερασπιστεί τον ιρανικό εθνικισμό και να νομιμοποιηθεί. Η τακτική αυτή είχε φθίνουσα απόδοση πριν από τον πρόσφατο πόλεμο, όμως η επιτυχία του καθεστώτος στη διάρκειά του τού έδωσε νέα πνοή.
Στη συνέχεια, στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος των Εμιράτων Μοχάμεντ μπιν Ζάγιεντ επιβεβαίωσε ότι, κατόπιν πρόσκλησής του, ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε μεταβεί στο Άμπου Ντάμπι. Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση, προειδοποιώντας ότι «όλες οι χώρες της περιοχής οφείλουν να προσέξουν τις συνέπειες τέτοιων ταξιδιών, που απειλούν τη συλλογική ειρήνη και ασφάλεια της περιοχής».
Τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης συντάχθηκαν με την εκστρατεία. Το Nour News, που πρόσκειται στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, δημοσίευσε πολλαπλά άρθρα γνώμης κατά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Σε ένα από αυτά, η ανάπτυξη του ισραηλινού συστήματος Iron Dome στα Εμιράτα παρουσιάστηκε ως απόδειξη ότι «το Άμπου Ντάμπι σήμερα δεν είναι απλώς ο νότιος γείτονας του Ιράν· είναι μια χώρα που, στην πιο ευαίσθητη συγκυρία, κλιμάκωσε τη συνεργασία της με τον βασικό αντίπαλο του Ιράν σε ανοιχτό και επιχειρησιακό επίπεδο». Το κείμενο περιέγραφε τα Εμιράτα ως στρατιωτική διάσταση «του εχθρού», ο οποίος «μίλησε ευθέως για πολιτική αλλαγή στο Ιράν». Και άλλα μέσα επανέλαβαν το ίδιο επιχείρημα, αποκαλώντας μάλιστα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα «θεμιτό στόχο».
Άλλο κείμενο χαρακτήριζε τα Εμιράτα «υποκριτικά», επειδή μιλούν για περιφερειακή σταθερότητα ενώ την υπονομεύουν φιλοξενώντας τον Νετανιάχου. Κατέληγε: «Αν το Άμπου Ντάμπι θέλει πραγματικά σταθερότητα, ο δρόμος θα … οδηγήσει σε αλλαγή συμπεριφοράς, αποδοχή των νέων πραγματικοτήτων της περιοχής και συμμετοχή σε τοπικούς μηχανισμούς ασφαλείας», δηλαδή σε μια περιφερειακή τάξη που αποκλείει την Αμερική και το Ισραήλ.
Τέτοιες κατηγορίες, ότι δηλαδή άλλοι αποσταθεροποιούν την περιοχή, είναι συνήθεις στις ιρανικές δημόσιες δηλώσεις και στα μέσα ενημέρωσης και είναι αποκαλυπτικές. Στα μάτια της Τεχεράνης, η αμερικανική και η ισραηλινή παρουσία στην περιοχή είναι αποσταθεροποιητική, ενώ η ίδια αντιμετωπίζει την εξωτερική της πολιτική ως τη φυσική αντίδραση σε τέτοια ιμπεριαλιστικά και αποικιοκρατικά σχέδια.
Ο μεταρρυθμιστής δημοσιογράφος Αχμάντ Ζεϊνταμπαντί (Ahmad Zeidabadi), που πέρασε χρόνια στη φυλακή μετά το Πράσινο Κίνημα του 2009, αντέδρασε παρόμοια. Προειδοποίησε για «τα μυστικά και συνωμοτικά σχέδια της συμμορίας Νετανιάχου εναντίον του Ιράν», αλλά πρότεινε ηπιότερο διπλωματικό τόνο, εσωτερική ενότητα και πολιτική τέχνη για την αντιμετώπισή τους.
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, το Πρακτορείο Ειδήσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας δημοσίευσε συνέντευξη με τον Χαντί Μπορχανί (Hadi Borhani), καθηγητή του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, για το ίδιο ζήτημα. Ο Μπορχανί αποκάλεσε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα «πύλη του Ισραήλ προς τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο» και εξέφρασε την άποψη ότι «η συνεργασία με το Ισραήλ θα καταστήσει τα Εμιράτα πιο ευάλωτα σε μια πιθανή κρίση». Αντιπαρέβαλε το Άμπου Ντάμπι με το Αμμάν, το Κάιρο και το Ριάντ, που τα τελευταία χρόνια υπήρξαν πιο επικριτικά απέναντι στην Ιερουσαλήμ, παρά τις επίσημες σχέσεις των δύο πρώτων με το εβραϊκό κράτος.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και επί μακρόν σύμβουλος του Αλί Χαμενεΐ και, θεωρητικά, και του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί συνέδεσε τις δύο διαμάχες: «Μια χώρα, της οποίας η πολιτική ηλικία δεν φτάνει ούτε το μισό αιώνα, διεκδικεί από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών νησιά που σε έγγραφα και χάρτες προηγούμενων αιώνων καταγράφονται ως ιρανικά».
Όλο και περισσότερο φαίνεται ότι η σχέση του Ιράν με τα Εμιράτα φτάνει σε σημείο χωρίς επιστροφή, επιδεινούμενη ακόμη περισσότερο από ό,τι όταν το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στη διάρκεια του πολέμου. Ενώ κάποτε η Τεχεράνη αντιμετώπιζε το Άμπου Ντάμπι και το Ντουμπάι με προσοχή, λόγω των σημαντικών ιρανικών επενδύσεων και στις δύο πόλεις, σήμερα οι ιρανικές δηλώσεις δείχνουν ότι η ιδεολογική εχθρότητα θα υπερισχύσει του πραγματισμού. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το Άμπου Ντάμπι οφείλει να προετοιμαστεί για σφοδρότερες επιθέσεις σε μελλοντικές συρράξεις, καθώς το Ιράν αντιμετωπίζει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα περισσότερο σαν το Ισραήλ και λιγότερο σαν τα υπόλοιπα αραβικά κράτη.