Γιατί οι Άραβες χάνουν τους πολέμους
Τα βασικά σημεία
- Οι αραβόφωνοι στρατοί υπήρξαν αναποτελεσματικοί στη σύγχρονη εποχή, και η σημαντικότερη εξήγηση σχετίζεται με πολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που εμποδίζουν τους Άραβες να συγκροτήσουν αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη.
- Οι αραβικοί στρατοί αποθησαυρίζουν την πληροφορία, αποθαρρύνουν την πρωτοβουλία, αποφεύγουν την εκχώρηση εξουσίας και στερούνται λειτουργικού σώματος υπαξιωματικών, με αποτέλεσμα οι μονάδες να μην έχουν συνοχή και οι αξιωματικοί να αδυνατούν να λάβουν στοιχειώδεις αποφάσεις.
- Οι ηγέτες κατακερματίζουν σκόπιμα τις δυνάμεις τους και αποφεύγουν τις κοινές διοικήσεις και τη συνδυασμένη εκπαίδευση όπλων, διότι μια τέτοια ενοποίηση θα αμβλύνει τους ανταγωνισμούς που καθιστούν τα καθεστώτα θωρακισμένα απέναντι σε πραξικοπήματα.

Ο Αμερικανός στρατηγός Νόρμαν Σβαρτσκοπφ (αριστερά) και ο Ιρακινός αντιστράτηγος Σουλτάν Χασίμ Αχμέντ χαιρετούν ο ένας τον άλλον μετά την επίσημη παράδοση του Ιράκ στις δυνάμεις του συνασπισμού υπό αμερικανική ηγεσία, το 1991.
Οι αραβόφωνοι στρατοί υπήρξαν, σε γενικές γραμμές, αναποτελεσματικοί στη σύγχρονη εποχή. Οι αιγυπτιακές τακτικές δυνάμεις τα πήγαν άσχημα απέναντι στους Υεμενίτες ατάκτους τη δεκαετία του 1960. 1 Οι Σύροι μπόρεσαν να επιβάλουν τη θέλησή τους στον Λίβανο, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μόνο χάρη στη συντριπτική υπεροπλία και την αριθμητική τους υπεροχή. 2 Οι Ιρακινοί έδειξαν ανεπάρκεια απέναντι σε έναν ιρανικό στρατό που είχε διαλυθεί από την επαναστατική αναταραχή τη δεκαετία του 1980 και δεν κατάφεραν να κερδίσουν έναν πόλεμο τριών δεκαετιών εναντίον των Κούρδων. 3 Η αραβική στρατιωτική επίδοση και στις δύο πλευρές του πολέμου του Κουβέιτ το 1990 ήταν μέτρια. 4 Και οι Άραβες τα πήγαν άσχημα σχεδόν σε όλες τις στρατιωτικές αναμετρήσεις με το Ισραήλ. Γιατί αυτό το όχι και τόσο εντυπωσιακό ιστορικό; Υπάρχουν πολλοί παράγοντες –οικονομικοί, ιδεολογικοί, τεχνικοί– αλλά ο σημαντικότερος ίσως σχετίζεται με την κουλτούρα και με ορισμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά που εμποδίζουν τους Άραβες να συγκροτήσουν αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη.
Είναι κοινός τόπος στη στρατιωτική ζωή ότι ένας στρατός πολεμά όπως εκπαιδεύεται, και γι’ αυτό αντλώ από τα πολλά χρόνια άμεσης παρατήρησης Αράβων κατά την εκπαίδευση, ώστε να συναγάγω συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο μπαίνουν στη μάχη. Οι εντυπώσεις που ακολουθούν προκύπτουν από προσωπική εμπειρία με αραβικούς στρατιωτικούς μηχανισμούς υπό την ιδιότητα του Αμερικανού στρατιωτικού ακολούθου και αξιωματικού συνδρομής ασφαλείας, αξιωματικού-παρατηρητή στους Trucial Oman Scouts υπό βρετανούς αξιωματικούς (τη δύναμη ασφαλείας στα εμιράτα πριν από την ίδρυση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων), καθώς και από περίπου τριάντα χρόνια μελέτης της Μέσης Ανατολής.
Η συνεκτίμηση της κουλτούρας στις στρατηγικές αξιολογήσεις έχει κακό ιστορικό, καθώς συχνά προκύπτει από ένα άσχημο μείγμα άγνοιας, ευσεβών πόθων και μυθολογίας. Έτσι, ο αμερικανικός στρατός τη δεκαετία του 1930 αξιολόγησε τον ιαπωνικό εθνικό χαρακτήρα ως στερούμενο πρωτοτυπίας και κατέληξε στο αβάσιμο συμπέρασμα ότι η χώρα θα βρισκόταν μονίμως σε μειονεκτική θέση στον τομέα της τεχνολογίας. 5 Ο Χίτλερ απέρριψε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια κοινωνία μιγάδων 6 και, κατά συνέπεια, υποτίμησε τον αντίκτυπο της εισόδου της Αμερικής στον πόλεμο. Όπως δείχνουν αυτά τα παραδείγματα, όταν η κουλτούρα λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των σχετικών δυνάμεων και αδυναμιών αντίπαλων στρατευμάτων, τείνει να οδηγεί σε ακραίες στρεβλώσεις, ιδίως όταν πρόκειται να κατανοηθεί γιατί κράτη απροετοίμαστα για πόλεμο μπαίνουν στη μάχη γεμάτα αυτοπεποίθηση. Ο πειρασμός είναι να αποδοθούν στο εχθρικό κράτος πολιτισμικά χαρακτηριστικά που ακυρώνουν την αριθμητική ή την υλική του υπεροχή. Ή το αντίθετο: να ιδωθεί ο δυνητικός εχθρός μέσα από το πρίσμα των δικών μας πολιτισμικών κανόνων. Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές υπέθεσαν ότι το κατώφλι αντοχής στον πόνο των Βορειοβιετναμέζων προσέγγιζε το δικό τους και ότι ο αεροπορικός βομβαρδισμός του Βορρά θα τον έφερνε στα γόνατα. 7 Θεωρήθηκε ότι τρεις ημέρες αεροπορικών επιθέσεων ήταν ό,τι μπορούσαν να αντέξουν οι Σέρβοι· στην πραγματικότητα χρειάστηκαν εβδομήντα οκτώ ημέρες.
Είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνο να διατυπώνονται εύκολες υποθέσεις για τις πολεμικές ικανότητες με βάση παλαιότερες επιδόσεις, διότι οι κοινωνίες εξελίσσονται και μαζί τους εξελίσσεται και η στρατιωτική υποκουλτούρα. Η θλιβερή γαλλική επίδοση στον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870 οδήγησε τη γερμανική ανώτατη διοίκηση σε υπερβολικά αισιόδοξη εκτίμηση πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 8 Η επιμονή και το θάρρος των Γάλλων στρατιωτών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησαν τους πάντες, από τον Ουίνστον Τσόρτσιλ έως τη γερμανική ανώτατη διοίκηση, να υπερεκτιμήσουν κατά πολύ τις μαχητικές ικανότητες του γαλλικού στρατού. 9 Οι Ισραηλινοί στρατηγοί υποτίμησαν τον αιγυπτιακό στρατό το 1973 με βάση την άθλια επίδοση της Αιγύπτου στον πόλεμο του 1967. 10
Η κουλτούρα είναι δύσκολο να οριστεί. Δεν ταυτίζεται ούτε με τη φυλή ούτε με την εθνοτική ταυτότητα ενός ατόμου. Η ιστορία του πολέμου διακωμωδεί τις απόπειρες απόδοσης άκαμπτων πολιτισμικών χαρακτηριστικών σε άτομα –όπως δείχνουν οι στρατιωτικές ιστορίες της Οθωμανικής και της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και στις δύο περιπτώσεις τη διαφορά την έκαναν η εκπαίδευση, η πειθαρχία, το πνεύμα σώματος και η ορμή, όχι η καταγωγή του κάθε στρατιώτη. 11 Οι άκρως πειθαρχημένες και αποτελεσματικές ρωμαϊκές λεγεώνες, για παράδειγμα, στρατολογούνταν από ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενώ οι επίλεκτοι οθωμανοί γενίτσαροι (στρατιώτες-δούλοι) ήταν χριστιανοί που στρατολογούνταν βίαια ως παιδιά από τα Βαλκάνια.
Παρά τα προβλήματα αυτά, η κουλτούρα πρέπει όντως να λαμβάνεται υπόψη. Πράγματι, η επίγνωση των προηγούμενων σφαλμάτων θα έπρεπε να καθιστά δυνατή την αποτίμηση του ρόλου των πολιτισμικών παραγόντων στον πόλεμο. Ο Τζον Κίγκαν (John Keegan), ο επιφανής ιστορικός του πολέμου, υποστηρίζει ότι η κουλτούρα είναι πρωταρχικός καθοριστικός παράγοντας της φύσης του πολέμου. Σε αντίθεση με τον συνήθη ευρωπαϊκό τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, τον οποίο αποκαλεί «πρόσωπο με πρόσωπο», ο Κίγκαν παρουσιάζει τους πρώιμους αραβικούς στρατούς της ισλαμικής εποχής ως δεξιοτέχνες της αποφυγής, της καθυστέρησης και της έμμεσης προσέγγισης. 12 Η εξέταση του αραβικού τρόπου πολέμου στον αιώνα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Άραβες παραμένουν πιο επιτυχημένοι στον ανταρτοπόλεμο ή στον πολιτικό πόλεμο 13 –σε αυτό που ο Τ. Ε. Λόρενς ονόμασε «κερδίζω πολέμους χωρίς μάχες». 14 Ακόμη και η τόσο εξυμνημένη αιγυπτιακή διάβαση του Σουέζ το 1973, στον πυρήνα της, προϋπέθετε ένα αριστοτεχνικό σχέδιο παραπλάνησης. Είναι πολύ πιθανό αυτά τα φαινομενικά μόνιμα χαρακτηριστικά να απορρέουν από μια κουλτούρα που καλλιεργεί τη λεπτότητα, την πλαγιότητα και την προσποίηση στις προσωπικές σχέσεις. 15
Στο ίδιο πνεύμα, ο Κένεθ Πόλακ (Kenneth Pollack) ολοκληρώνει την εξαντλητική μελέτη του για την αραβική στρατιωτική αποτελεσματικότητα σημειώνοντας ότι «ορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς που καλλιεργήθηκαν από την κυρίαρχη αραβική κουλτούρα υπήρξαν οι σημαντικότεροι παράγοντες που συνέβαλαν στην περιορισμένη στρατιωτική αποτελεσματικότητα των αραβικών στρατών και αεροποριών από το 1945 έως το 1991». 16 Τα χαρακτηριστικά αυτά περιλάμβαναν τον υπερσυγκεντρωτισμό, την αποθάρρυνση της πρωτοβουλίας, την έλλειψη ευελιξίας, τη χειραγώγηση της πληροφορίας και την αποθάρρυνση της ηγεσίας στο επίπεδο των κατώτερων αξιωματικών.
Ο καταιγισμός κριτικής κατά της ιδέας του Σάμιουελ Χάντινγκτον περί «σύγκρουσης των πολιτισμών» 17 σε καμία περίπτωση δεν μειώνει το καίριο σημείο που επισήμανε: ότι, όσο κι αν η ομαδοποίηση των λαών κατά θρησκεία και κουλτούρα, αντί για πολιτικές ή οικονομικές διαιρέσεις, προσβάλλει ακαδημαϊκούς που πρεσβεύουν έναν κόσμο οριζόμενο από την τάξη, τη φυλή και το φύλο, πρόκειται για μια πραγματικότητα, που δεν αμβλύνεται από τις σύγχρονες επικοινωνίες.
Πώς όμως ενσωματώνεται η μελέτη της κουλτούρας στη στρατιωτική εκπαίδευση; Προς το παρόν, δεν έχει σχεδόν κανέναν ρόλο. Ο Πολ Μ. Μπελμπουτόφσκι (Paul M. Belbutowski), ακαδημαϊκός και πρώην μέλος της αμερικανικής Delta Force, διατύπωσε με ακρίβεια μια έλλειψη του δικού μας συστήματος στρατιωτικής εκπαίδευσης: «Η κουλτούρα, που απαρτίζεται από ό,τι είναι ασαφές και άυλο, γενικά δεν ενσωματώνεται στον στρατηγικό σχεδιασμό παρά μόνο στο πλέον επιφανειακό επίπεδο». 18 Κι όμως, ακριβώς «ό,τι είναι ασαφές και άυλο» είναι εκείνο που ορίζει τις συγκρούσεις χαμηλής έντασης. Οι Βιετναμέζοι κομμουνιστές δεν έδωσαν τον πόλεμο για τον οποίο είχαν εκπαιδευτεί οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε οι Τσετσένοι και οι Αφγανοί έδωσαν τον πόλεμο για τον οποίο είχαν προετοιμαστεί οι Ρώσοι. Αυτό συνεπάγεται πολύ περισσότερα από την απλή αναδιάρθρωση του οπλισμού και την επανεκπαίδευση των στρατιωτών. Απαιτεί κατανόηση της πολιτισμικής μυθολογίας του εχθρού, της ιστορίας του, της στάσης του απέναντι στον χρόνο κ.ο.κ. –κάτι που απαιτεί πολύ μεγαλύτερη επένδυση χρόνου και χρήματος από όση είναι πιθανό να εγκρίνει ένας γραφειοκρατικός οργανισμός.
Έχοντας επίγνωση ότι βαδίζω σε ναρκοπέδιο παλαιότερων σφαλμάτων και σημερινών πολιτισμικών ευαισθησιών, παραθέτω ορισμένες εκτιμήσεις για τον ρόλο της κουλτούρας στη στρατιωτική εκπαίδευση αραβόφωνων αξιωματικών. Περιορίζομαι κυρίως στην εκπαίδευση για δύο λόγους. Πρώτον, παρακολούθησα πολλή εκπαίδευση αλλά μόνο μία πολεμική εκστρατεία (τον ιορδανικό στρατό εναντίον της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) το 1970). Δεύτερον, οι στρατοί πολεμούν όπως εκπαιδεύονται. Τα στρατεύματα διαμορφώνονται από τις συνήθειες, τις πολιτικές και τις διαδικασίες της ειρηνικής περιόδου· δεν υφίστανται μια αιφνίδια μεταμόρφωση που μετατρέπει πολίτες με στολή σε πολεμιστές. Ο στρατηγός Τζορτζ Πάτον αρεσκόταν να διηγείται την ιστορία για τον Ιούλιο Καίσαρα, ο οποίος «τον χειμώνα... εκπαίδευε τις λεγεώνες του σε όλα όσα αρμόζουν σε στρατιώτες και τις εξοικείωνε τόσο με τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων τους, ώστε όταν την άνοιξη τις έριχνε στη μάχη εναντίον των Γαλατών, δεν χρειαζόταν να τους δώσει διαταγές, γιατί ήξεραν τι να κάνουν και πώς να το κάνουν». 19
Σε κάθε κοινωνία η πληροφορία αποτελεί μέσο βιοπορισμού ή άσκησης εξουσίας, όμως οι Άραβες τη διαφυλάσσουν και την κρατούν ιδιαιτέρως σφιχτά. Οι Αμερικανοί εκπαιδευτές έχουν συχνά εκπλαγεί με τα χρόνια από το γεγονός ότι η πληροφορία που παρέχεται σε καίρια στελέχη δεν φτάνει και πολύ πέρα από αυτά. Αφού μάθει να εκτελεί κάποια περίπλοκη διαδικασία, ένας Άραβας τεχνικός γνωρίζει ότι είναι αναντικατάστατος όσο είναι ο μόνος στη μονάδα που κατέχει αυτή τη γνώση· μόλις τη μοιραστεί με άλλους, παύει να είναι η μοναδική πηγή γνώσης και η ισχύς του εξανεμίζεται. Αυτό εξηγεί τη συνηθισμένη απόκρυψη εγχειριδίων, βιβλίων, εκπαιδευτικών φυλλαδίων και άλλης εκπαιδευτικής ή εφοδιαστικής βιβλιογραφίας. Σε μια περίπτωση, μια αμερικανική κινητή εκπαιδευτική ομάδα που εργαζόταν με τεθωρακισμένα στην Αίγυπτο έλαβε, επιτέλους, τα εγχειρίδια χειριστών που είχαν μεταφραστεί με κόπο στα αραβικά. Οι Αμερικανοί εκπαιδευτές πήγαν τα ολοκαίνουργια εγχειρίδια κατευθείαν στο πάρκο αρμάτων και τα μοίρασαν στα πληρώματα των αρμάτων. Αμέσως πίσω τους, ο διοικητής του λόχου, απόφοιτος της σχολής τεθωρακισμένων στο Φορτ Νοξ και ειδικών μαθημάτων στη σχολή πυρομαχικών του Aberdeen Proving Grounds, μάζεψε τα εγχειρίδια από τα πληρώματα. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, ο διοικητής είπε ότι δεν είχε νόημα να δοθούν στους οδηγούς, επειδή οι οπλίτες δεν ήξεραν να διαβάζουν. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελε οι οπλίτες να έχουν ανεξάρτητη πηγή γνώσης. Το να είναι κανείς ο μόνος που μπορεί να εξηγήσει τα όργανα διεύθυνσης πυρός ή να ευθυγραμμίσει τα πυροβόλα προσδίδει κύρος και προσοχή. Σε στρατιωτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι επιτυγχάνεται ελάχιστη διασταυρούμενη εκπαίδευση και ότι, για παράδειγμα, σε ένα πλήρωμα άρματος, οι σκοπευτές, οι γεμιστές και οι οδηγοί μπορεί να είναι επαρκείς στη δουλειά τους, αλλά δεν είναι προετοιμασμένοι να αντικαταστήσουν έναν τραυματία. Η μη κατανόηση της δουλειάς του άλλου εμποδίζει επίσης την ομαλή λειτουργία του πληρώματος. Σε υψηλότερο επίπεδο σημαίνει ότι δεν υπάρχει βάθος στην τεχνική επάρκεια.
Η εκπαίδευση τείνει να είναι χωρίς φαντασία, τυποποιημένη και μη απαιτητική. Επειδή το αραβικό εκπαιδευτικό σύστημα στηρίζεται στην αποστήθιση, οι αξιωματικοί διαθέτουν εκπληκτική ικανότητα να αποθηκεύουν τεράστιο όγκο γνώσεων στη μνήμη. Το μαθησιακό σύστημα τείνει να συνίσταται σε διαλέξεις «από καθέδρας», με τους σπουδαστές να κρατούν ογκώδεις σημειώσεις και να εξετάζονται σε όσα τους ειπώθηκαν. (Έχει επίσης ενδιαφέρουσες συνέπειες για τους ξένους εκπαιδευτές· για παράδειγμα, η αξιοπιστία του μειώνεται αν χρειαστεί να καταφύγει σε βιβλίο.) Η έμφαση στην αποστήθιση έχει κόστος, και αυτό είναι η μειωμένη ικανότητα συλλογισμού ή ανάλυσης με βάση γενικές αρχές. Η σκέψη έξω από το πλαίσιο δεν ενθαρρύνεται· το να το κάνει κανείς δημοσίως μπορεί να βλάψει τη σταδιοδρομία του. Οι εκπαιδευτές δεν αμφισβητούνται και, στο τέλος, ούτε οι σπουδαστές.
Ο ευθύς ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων γενικά αποφεύγεται, τουλάχιστον ανοιχτά, διότι σημαίνει ότι κάποιος κερδίζει και κάποιος άλλος χάνει, με τον χαμένο να εξευτελίζεται. Το ταμπού αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μια τάξη περιλαμβάνει διαφορετικούς βαθμούς. Η εκπαίδευση επιδιώκεται σε μεγάλο βαθμό ως ζήτημα προσωπικού κύρους, και έτσι οι Άραβες στις αμερικανικές στρατιωτικές σχολές φροντίζουν ώστε ο ανώτερος σε βαθμό, κατά στρατιωτική θέση ή κοινωνική τάξη, να συγκεντρώσει τους υψηλότερους βαθμούς στην τάξη. Συχνά αυτό οδηγεί σε «μοίρασμα απαντήσεων» στην τάξη –συχνά με μάλλον απροκάλυπτο τρόπο– ή σε απόκρυψη, εκ μέρους κατώτερων αξιωματικών, βαθμολογιών υψηλότερων από εκείνες του ανωτέρου τους.
Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί εκπαιδευτές που έχουν να κάνουν με σπουδαστές από τη Μέση Ανατολή μαθαίνουν να βεβαιώνονται ότι, προτού απευθύνουν οποιαδήποτε ερώτηση σε σπουδαστή μέσα στην αίθουσα, ιδίως αν είναι αξιωματικός, ο σπουδαστής όντως γνωρίζει τη σωστή απάντηση. Αν αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, ο αξιωματικός θα νιώσει ότι του στήθηκε παγίδα για δημόσιο εξευτελισμό. Επιπλέον, στο συχνά παρανοϊκό περιβάλλον της αραβικής πολιτικής κουλτούρας, θα πιστέψει ότι η παγίδα αυτή ήταν σκόπιμη. Ο σπουδαστής αυτός θα γίνει τότε εχθρός του εκπαιδευτή και οι συμμαθητές του θα ανησυχούν ότι θα στοχοποιηθούν και αυτοί για εξευτελισμό – και η μάθηση καθίσταται αδύνατη.
Οι Άραβες κατώτεροι αξιωματικοί είναι καλά εκπαιδευμένοι στις τεχνικές πτυχές των όπλων τους και στην τακτική τεχνογνωσία, αλλά όχι στην ηγεσία, ένα αντικείμενο στο οποίο δίνεται ελάχιστη προσοχή. Για παράδειγμα, όπως σημείωσε ο στρατηγός Σαάντ αλ Σάζλι, ο αρχηγός του αιγυπτιακού γενικού επιτελείου, στην αποτίμηση του στρατού που παρέλαβε πριν από τον πόλεμο του 1973, δεν ήταν εκπαιδευμένοι να αναλαμβάνουν πρωτοβουλία ούτε να προτείνουν πρωτότυπες συλλήψεις ή νέες ιδέες. 20 Πράγματι, η ηγεσία ίσως είναι η μεγαλύτερη αδυναμία των αραβικών εκπαιδευτικών συστημάτων. Το πρόβλημα αυτό προκύπτει από δύο κύριους παράγοντες: ένα εντόνως αποκρυσταλλωμένο ταξικό σύστημα, στα όρια ενός συστήματος καστών, και την έλλειψη προγράμματος ανάπτυξης υπαξιωματικών.
Οι περισσότεροι Άραβες αξιωματικοί μεταχειρίζονται τους οπλίτες σαν υπανθρώπους. Όταν μια μέρα στην Αίγυπτο οι άνεμοι μετέφεραν τσουχτερούς κόκκους άμμου από την έρημο, κατά τη διάρκεια μιας επίδειξης για επισκέπτες Αμερικανούς επισήμους, παρακολούθησα ένα απόσπασμα στρατιωτών να παρελαύνει και να σχηματίζει έναν ζυγό για να προστατεύσει τους Αμερικανούς· με άλλα λόγια, οι Αιγύπτιοι στρατιώτες χρησιμοποιούνται ενίοτε ως τίποτε περισσότερο από ανεμοφράκτης. Η ιδέα της φροντίδας των ανδρών σου απαντά μόνο στις πλέον επίλεκτες μονάδες του αιγυπτιακού στρατού. Ένα τυπικό σαββατοκύριακο, οι αξιωματικοί σε μονάδες σταθμευμένες έξω από το Κάιρο μπαίνουν στα αυτοκίνητά τους και φεύγουν για τα σπίτια τους, αφήνοντας τους οπλίτες να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, διασχίζοντας με τα πόδια την έρημο μέχρι κάποιον αυτοκινητόδρομο και σταματώντας λεωφορεία ή φορτηγά για να φτάσουν στο σιδηροδρομικό δίκτυο του Καΐρου. Οι στρατωνισμοί των φρουρών δεν διαθέτουν καμία άνεση για τους στρατιώτες. Η ίδια κατάσταση, σε διάφορους βαθμούς, υπάρχει και αλλού στις αραβόφωνες χώρες –λιγότερο στην Ιορδανία, ακόμη περισσότερο στο Ιράκ και τη Συρία.
Οι νεαροί κληρωτοί που αποτελούν τον κορμό του αιγυπτιακού στρατού μισούν τη στρατιωτική θητεία για βάσιμους λόγους και θα κάνουν σχεδόν τα πάντα, μέχρι και αυτοακρωτηριασμό, για να την αποφύγουν. Στη Συρία οι εύποροι αγοράζουν απαλλαγές ή, αν δεν τα καταφέρουν, τοποθετούνται σε μη μάχιμες υπηρεσίες. Όπως μου είπε ένας νεαρός Σύρος, οι μουσικές του δεξιότητες προήλθαν από την τοποθέτησή του σε μπάντα του συριακού στρατού, όπου έμαθε να παίζει ένα όργανο. Γενικά, οι στρατοί της Εύφορης Ημισελήνου επιβάλλουν πειθαρχία μέσω του φόβου· σε χώρες όπου εξακολουθεί να ισχύει φυλετικό σύστημα, όπως η Σαουδική Αραβία, ο έμφυτος εξισωτισμός της κοινωνίας αμβλύνει τον φόβο ως κύριο κίνητρο, οπότε επικρατεί γενική έλλειψη πειθαρχίας. 21
Το κοινωνικό και επαγγελματικό χάσμα ανάμεσα σε αξιωματικούς και οπλίτες υπάρχει σε όλους τους στρατούς, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες δυτικές δυνάμεις το γεφυρώνει το σώμα των υπαξιωματικών (NCO). Πράγματι, ένα επαγγελματικό σώμα υπαξιωματικών υπήρξε κρίσιμο για να λειτουργεί ο αμερικανικός στρατός στο καλύτερό του· ως οι βασικοί εκπαιδευτές σε έναν επαγγελματικό στρατό, οι υπαξιωματικοί είναι καθοριστικοί για τα εκπαιδευτικά προγράμματα και για το αίσθημα πνεύματος σώματος των οπλιτών. Το μεγαλύτερο μέρος του αραβικού κόσμου είτε δεν διαθέτει σώμα υπαξιωματικών είτε αυτό είναι μη λειτουργικό, γεγονός που υπονομεύει σοβαρά τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα. Με ορισμένες εξαιρέσεις, οι υπαξιωματικοί θεωρούνται ότι ανήκουν στην ίδια χαμηλή κατηγορία με τους οπλίτες και έτσι δεν λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ οπλιτών και αξιωματικών. Οι αξιωματικοί διδάσκουν, αλλά το μεγάλο κοινωνικό χάσμα ανάμεσα στον οπλίτη και τον αξιωματικό τείνει να καθιστά τη μαθησιακή διαδικασία τυπολατρική, τυπική και αναποτελεσματική. Οι πρακτικές, επιδεικτικές πτυχές της εκπαίδευσης συχνά απουσιάζουν, επειδή οι αξιωματικοί αρνούνται να λερώσουν τα χέρια τους και προτιμούν να αγνοούν τις πιο πρακτικές πλευρές του αντικειμένου τους, θεωρώντας τες κατώτερες της κοινωνικής τους θέσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέβη κατά τον πόλεμο του Κόλπου, όταν μια σφοδρή ανεμοθύελλα γκρέμισε τις σκηνές Ιρακινών αιχμαλώτων αξιωματικών. Επί τρεις ημέρες παρέμειναν στον άνεμο και τη βροχή, αντί να τους δουν αιχμάλωτοι οπλίτες σε γειτονικό στρατόπεδο να δουλεύουν με τα χέρια τους.
Το στρατιωτικό τίμημα είναι πολύ υψηλό. Χωρίς τη συνοχή που εξασφαλίζουν οι υπαξιωματικοί, οι μονάδες τείνουν να διαλύονται υπό την πίεση της μάχης. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι οπλίτες απλώς δεν εμπιστεύονται τους αξιωματικούς τους. Μόλις οι αξιωματικοί αποχωρήσουν από τους χώρους εκπαίδευσης, η εκπαίδευση αρχίζει να καταρρέει, καθώς οι στρατιώτες χαλαρώνουν και σκορπίζουν. Ενας Αιγύπτιος αξιωματικός μου εξήγησε κάποτε ότι η καταστροφική ήττα του αιγυπτιακού στρατού το 1967 οφειλόταν στην έλλειψη συνοχής μέσα στις μονάδες. Η κατάσταση, είπε, είχε βελτιωθεί μόνο οριακά το 1973. Οι Ιρακινοί αιχμάλωτοι το 1991 έδειχναν αξιοσημείωτο φόβο και εχθρότητα απέναντι στους αξιωματικούς τους.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται και μεταβιβάζονται από τα πάνω, με ελάχιστη οριζόντια επικοινωνία. Αυτό οδηγεί σε ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό σύστημα, όπου η εξουσία σχεδόν ποτέ δεν εκχωρείται. Σπάνια ένας αξιωματικός παίρνει μόνος του μια κρίσιμη απόφαση· αντιθέτως, προτιμά την ασφαλή οδό, να αναγνωρίζεται ως εργατικός, ευφυής, πιστός –και συμμορφούμενος. Το να τραβήξει κανείς την προσοχή ως καινοτόμος ή ως άνθρωπος που τείνει να παίρνει μονομερείς αποφάσεις είναι συνταγή για μπελάδες. Οπως και στην πολιτική ζωή, ο κομφορμισμός είναι ο συντριπτικά κυρίαρχος κοινωνικός κανόνας· το καρφί που ξεχωρίζει το χτυπούν με το σφυρί. Οι διαταγές και οι πληροφορίες ρέουν από πάνω προς τα κάτω· δεν επιδέχονται επανερμηνεία, διόρθωση ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο.
Οι Αμερικανοί εκπαιδευτές συχνά απογοητεύονται όταν προσπαθούν να αποσπάσουν μια απόφαση από τον ομόλογό τους, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ο Αραβας αξιωματικός δεν έχει την αρμοδιότητα να τη λάβει –μια απογοήτευση που εντείνεται από την κατανοητή απροθυμία του Αραβα να παραδεχθεί ότι στερείται αυτής της αρμοδιότητας. Ο γράφων έχει δει αρκετές φορές αποφάσεις που θα μπορούσαν να ληφθούν σε επίπεδο τάγματος, σχετικά με ζητήματα όπως οι ώρες και οι χώροι διεξαγωγής μαθημάτων, να απαιτούν έγκριση από το υπουργείο Αμυνας. Ολα αυτά οδήγησαν τους Αμερικανούς εκπαιδευτές να διαμορφώσουν έναν εμπειρικό κανόνα: ένας αρχιλοχίας στον αμερικανικό στρατό έχει τόση εξουσία όση ένας συνταγματάρχης σε έναν αραβικό στρατό. Οι μέθοδοι διδασκαλίας και η ύλη υπαγορεύονται από ανώτερες αρχές. Οι διοικητές των μονάδων ελάχιστο λόγο έχουν σε αυτά τα ζητήματα. Ο πολιτικοποιημένος χαρακτήρας των αραβικών στρατών σημαίνει ότι οι πολιτικοί παράγοντες βαραίνουν πολύ και συχνά υπερισχύουν των στρατιωτικών εκτιμήσεων. Οι αξιωματικοί με πρωτοβουλία και ροπή προς τη μονομερή δράση συνιστούν απειλή για το καθεστώς. Αυτό φαίνεται όχι μόνο στο επίπεδο της εθνικής στρατηγικής, αλλά σε κάθε πτυχή των στρατιωτικών επιχειρήσεων και της εκπαίδευσης. Αν οι αραβικοί στρατοί έγιναν λιγότερο πολιτικοποιημένοι και πιο επαγγελματικοί κατά την προετοιμασία για τον πόλεμο του 1973 με το Ισραήλ, 22 μόλις τελείωσαν οι μάχες, οι παλιές συνήθειες επανήλθαν. Σήμερα, προστίθεται και ένας ολοένα πιο γραφειοκρατικοποιημένος στρατιωτικός μηχανισμός. Ενας βετεράνος των εσωτερικών πολέμων του Πενταγώνου θα αισθανθεί σαν νηπιαγωγείο, όταν βρεθεί μπροστά στους ανταγωνισμούς που επικρατούν στα αραβικά στρατιωτικά επιτελεία.
Η ανάληψη ευθύνης για μια πολιτική, μια επιχείρηση, μια κατάσταση ή ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα σπάνια συμβαίνει. Οι Αμερικανοί εκπαιδευτές το βρίσκουν εξαιρετικά απογοητευτικό όταν συναντούν επανειλημμένα Αραβες αξιωματικούς να αποδίδουν την ευθύνη για ανεπιτυχείς επιχειρήσεις ή προγράμματα στον αμερικανικό εξοπλισμό ή σε κάποια άλλη εξωτερική αιτία. Το υψηλό ποσοστό μη λειτουργικού αμερικανικού εξοπλισμού αποδίδεται σε «έλλειψη ανταλλακτικών» –με το δάχτυλο να δείχνει ένα αμερικανικό σύστημα εφοδιασμού που δεν ανταποκρίνεται, παρότι οι Αμερικανοί εκπαιδευτές μπορούν να τεκμηριώσουν ότι άφθονα εφόδια φτάνουν στη χώρα και εξαφανίζονται μέσα σε ένα δυσλειτουργικό σύστημα εφοδιασμού. (Η κριτική αυτή δεν ήταν ποτέ καυστική ή προσωπική και συχνά ήταν τόσο έμμεση και ευγενικά διατυπωμένη, ώστε μόνο μετά το πέρας μιας συνάντησης γίνονταν κατανοητοί οι πλάγιοι υπαινιγμοί.) Η επιταγή αυτή ισχύει ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια. Κατά τον πόλεμο του Κουβέιτ, ιρακινές δυνάμεις κατέλαβαν την πόλη Χάφτζι στη βορειοανατολική Σαουδική Αραβία, αφού οι Σαουδάραβες είχαν εκκενώσει την περιοχή. Ο στρατηγός Χάλεντ μπιν Σουλτάν, διοικητής των σαουδαραβικών χερσαίων δυνάμεων, ζήτησε επιστολή από τον στρατηγό Νόρμαν Σβαρτσκοπφ, όπου να αναφέρεται ότι ήταν ο Αμερικανός στρατηγός εκείνος που διέταξε την εκκένωση από τη σαουδαραβική πόλη. 23 Και στην αφήγησή του για τη μάχη του Χάφτζι, ο στρατηγός Μπιν Σουλτάν, όπως ήταν αναμενόμενο, κατηγορεί τους Αμερικανούς για την ιρακινή κατάληψη της πόλης. 24 Στην πραγματικότητα το πρόβλημα ήταν ότι οι ελαφρές σαουδαραβικές δυνάμεις στην περιοχή εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης. 25 Οι Σαουδάραβες πράγματι υστερούσαν σε πυρά και σε αριθμούς έναντι της ιρακινής μονάδας που πλησίαζε το Χάφτζι, αλλά η σαουδαραβική υπερηφάνεια επέβαλλε να κατηγορηθούν οι ξένοι.
Οσον αφορά τον εξοπλισμό, ένα τεράστιο πολιτισμικό χάσμα χωρίζει τα αμερικανικά από τα αραβικά συστήματα συντήρησης και εφοδιαστικής. Οι δυσκολίες των Αράβων με τον αμερικανικό εξοπλισμό δεν είναι, όπως ενίοτε απλουστευτικά πιστεύεται, ζήτημα του ότι «οι Αραβες δεν κάνουν συντήρηση», αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Η αμερικανική έννοια του οπλικού συστήματος δεν μεταφέρεται εύκολα. Ενα οπλικό σύστημα συνεπάγεται συγκεκριμένες διαδικασίες συντήρησης και εφοδιαστικής, πολιτικές, ακόμη και μια φιλοσοφία, όλα βασισμένα στην αμερικανική κουλτούρα, με τις προσδοκίες της για ένα ορισμένο μορφωτικό επίπεδο, αίσθηση ευθύνης στη μικρή μονάδα, κατανομή εργαλείων και δόγμα. Εργαλεία που θα διατίθεντο σε ένα αμερικανικό τάγμα (μονάδα περίπου 600-800 ανδρών) πιθανότατα θα βρίσκονταν σε πολύ ανώτερο επίπεδο –μάλλον δύο ή τρία κλιμάκια ψηλότερα– σε έναν αραβικό στρατό. Η τεχνογνωσία, η πρωτοβουλία και, κυρίως, η εμπιστοσύνη που υποδηλώνεται από την εκχώρηση ευθύνης σε κατώτερο επίπεδο είναι σπάνια. Ο αμερικανικός εξοπλισμός και η συντήρησή του στηρίζονται στην ιδέα της επισκευής στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο και, επομένως, απαιτούν εκχώρηση αρμοδιοτήτων. Χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία, ανταλλακτικά ή τεχνογνωσία για να κρατήσει τον εξοπλισμό σε λειτουργία, και με απέχθεια να αναφέρει άσχημα νέα στους ανωτέρους του, ο διοικητής της μονάδας αναζητεί αποδιοπομπαίους τράγους. Ολα αυτά εξηγούν γιατί άκουσα πολλές φορές στην Αίγυπτο ότι ο αμερικανικός οπλισμός είναι «υπερβολικά ευαίσθητος».
Εχω παρακολουθήσει πολλές αμερικανικές αποστολές αξιολόγησης επιτόπου: σταθερά, οι οικοδεσπότες επιχειρηματολογούν υπέρ της απόκτησης του πλέον σύγχρονου στρατιωτικού υλικού και κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν τα ζητήματα συντήρησης, εφοδιαστικής και εκπαίδευσης. Συσκοτίζουν και παραπλανούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι αμερικανικές ομάδες, όσο ειλικρινές κι αν είναι το αίσθημα αποστολής τους, να βρίσκουν σχεδόν αδύνατο να βοηθήσουν. Γενικότερα, η απροθυμία των Αράβων να είναι ειλικρινείς για τις ελλείψεις στην εκπαίδευση καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους ξένους συμβούλους να υποστηρίξουν σωστά τη διδασκαλία ή να αξιολογήσουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες.
Η έλλειψη συνεργασίας φαίνεται πιο καθαρά στην αδυναμία όλων των αραβικών στρατών να πετύχουν σε επιχειρήσεις συνδυασμένων όπλων. Ενας λόχος πεζικού του τακτικού ιορδανικού στρατού, για παράδειγμα, είναι άνδρας προς άνδρα εξίσου καλός με έναν αντίστοιχο ισραηλινό λόχο· σε επίπεδο τάγματος, ωστόσο, ο συντονισμός που απαιτείται για επιχειρήσεις συνδυασμένων όπλων, με πυροβολικό, αεροπορική και εφοδιαστική υποστήριξη, απλώς απουσιάζει. Πράγματι, όσο ανώτερο το κλιμάκιο, τόσο μεγαλύτερη η απόκλιση. Αυτό προκύπτει από τη σπανιότητα της εκπαίδευσης συνδυασμένων όπλων· όταν αυτή διεξάγεται, σκοπός της είναι να εντυπωσιάσει τους επισκέπτες (και το πετυχαίνει –η παράσταση γίνεται συνήθως με ασυνήθιστο κέφι και θεατρικό ταλέντο) παρά να προσφέρει πραγματική εκπαίδευση.
Το πρόβλημα αυτό οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η γνωστή έλλειψη εμπιστοσύνης των Αράβων προς οποιονδήποτε εκτός της οικογένειάς τους επηρεάζει αρνητικά τις επιθετικές επιχειρήσεις. 26 Οι εξαιρέσεις σε αυτό το μοτίβο περιορίζονται σε επίλεκτες μονάδες (οι οποίες σε όλον τον αραβικό κόσμο έχουν το ίδιο καθήκον –να προστατεύουν το καθεστώς και όχι τη χώρα). Σε μια κουλτούρα όπου σχεδόν κάθε πεδίο ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών και κοινωνικών σχέσεων, βασίζεται στην οικογενειακή δομή, ο προσανατολισμός αυτός υπάρχει και στον στρατό, ιδίως υπό την πίεση της μάχης. Η επιθετική ενέργεια συνίσταται βασικά σε πυρ και ελιγμό. Το στοιχείο του ελιγμού πρέπει να είναι βέβαιο ότι οι υποστηρικτικές μονάδες ή τα υποστηρικτικά όπλα παρέχουν καλυπτικά πυρά. Αν λείπει η εμπιστοσύνη σε αυτή την υποστήριξη, το να κινηθούν τα στρατεύματα προς τα εμπρός εναντίον οχυρωμένων αμυνομένων είναι δυνατό μόνο αν οι αξιωματικοί βγουν μπροστά και ηγηθούν, κάτι που δεν υπήρξε χαρακτηριστικό της αραβικής ηγεσίας.
Δεύτερον, το περίπλοκο ψηφιδωτό των λαών δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στην εκπαίδευση, καθώς οι ηγέτες στη Μέση Ανατολή αξιοποιούν τις θρησκευτικές και φυλετικές αφοσιώσεις για να διατηρήσουν την εξουσία. Η αλαουιτική μειονότητα ελέγχει τη Συρία, οι Ανατολικοοχθίτες την Ιορδανία, οι σουνίτες το Ιράκ και οι Νετζντί τη Σαουδική Αραβία. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τον στρατό, όπου οι θρησκευτικές σταθμίσεις επηρεάζουν τις τοποθετήσεις και τις προαγωγές. Ορισμένες μειονότητες (όπως οι Κιρκάσιοι στην Ιορδανία ή οι Δρούζοι στη Συρία) συνδέουν την ευημερία τους με την κυρίαρχη ελίτ και επιτελούν κρίσιμους ρόλους προστασίας· άλλες (όπως οι σιίτες του Ιράκ) αποκλείονται από το σώμα των αξιωματικών. Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση αξιωματικών με βάση θρησκευτικά κριτήρια λειτουργεί εις βάρος των τοποθετήσεων με βάση την αξία.
Η ίδια έλλειψη εμπιστοσύνης λειτουργεί και σε διακρατικό επίπεδο, όπου οι αραβικοί στρατοί επιδεικνύουν ελάχιστη εμπιστοσύνη ο ένας προς τον άλλον, και μάλιστα δικαιολογημένα. Το κατάφωρο ψέμα που είπε ο Γκαμάλ Αμπντελ Νάσερ στον βασιλιά Χουσεΐν τον Ιούνιο του 1967 για να τον σύρει στον πόλεμο κατά του Ισραήλ –ότι η αιγυπτιακή αεροπορία βρισκόταν πάνω από το Τελ Αβίβ (ενώ τα περισσότερα αεροσκάφη της είχαν καταστραφεί)– ήταν κλασικό δείγμα εξαπάτησης. 27 Η ανειλικρινής προσέγγιση του Σαντάτ προς τους Σύρους για να τους δελεάσει να μπουν στον πόλεμο τον Οκτώβριο του 1973 ήταν άλλη μία (τους είπε ότι οι Αιγύπτιοι σχεδίαζαν ολοκληρωτικό πόλεμο, μια εξαπάτηση που περιλάμβανε τη χρήση ενός δεύτερου σετ επιχειρησιακών σχεδίων, προορισμένων μόνο για συριακά μάτια). 28 Με τέτοιο ιστορικό, δεν είναι απορίας άξιο ότι υπάρχει ελάχιστη διασταυρούμενη ή κοινή εκπαίδευση μεταξύ των αραβικών στρατών και ελάχιστες ασκήσεις διοίκησης. Κατά τον πόλεμο του 1967, για παράδειγμα, ούτε ένας Ιορδανός αξιωματικός σύνδεσμος δεν ήταν τοποθετημένος στην Αίγυπτο, ούτε οι Ιορδανοί ήταν ανοιχτοί απέναντι στην αιγυπτιακή διοίκηση. 29
Τρίτον, οι ηγέτες της Μέσης Ανατολής στηρίζονται κατά κανόνα σε τεχνικές ισορροπίας ισχύος για να διατηρήσουν την εξουσία τους. 30 Χρησιμοποιούν ανταγωνιστικούς οργανισμούς, αλληλεπικαλυπτόμενες υπηρεσίες και κατασταλτικές δομές που εξαρτώνται από τη διάθεση του ηγέτη. Αυτό καθιστά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη συγκρότηση οποιασδήποτε μορφής προσωπικής βάσης ισχύος και κρατά την ηγεσία σε ανησυχία και ανισορροπία, χωρίς ποτέ να αισθάνεται ασφαλής για τη σταδιοδρομία ή την κοινωνική της θέση. Το ίδιο ισχύει και μέσα στον στρατό· ένας ισχυρός αρχηγός του επιτελείου των αρχηγών όπλων είναι αδιανόητος.
Οι κοινές διοικήσεις είναι κατασκευάσματα επί χάρτου, με ελάχιστη πραγματική λειτουργία. Οι ηγέτες αντιμετωπίζουν τις κοινές διοικήσεις, τις κοινές ασκήσεις, τα συνδυασμένα όπλα και τα ενοποιημένα επιτελεία με μεγάλη επιφυλακτικότητα, διότι όλοι οι αραβικοί στρατοί είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Η μία κόψη στρέφεται προς τον εξωτερικό εχθρό και η άλλη προς την πρωτεύουσα. Οι χερσαίες δυνάμεις είναι ταυτόχρονα δύναμη διατήρησης του καθεστώτος και απειλή γι’ αυτό. Κανένας Αραβας ηγέτης δεν θα επιτρέψει οι συνδυασμένες επιχειρήσεις ή η εκπαίδευση να γίνουν ρουτίνα· η συνήθης δικαιολογία είναι το οικονομικό κόστος, όμως αυτό δεν πείθει, δεδομένων των συχνών αγορών υλικού του οποίου το κόστος συντήρησης δεν μπορούν να αντέξουν. Στην πραγματικότητα, οι ασκήσεις συνδυασμένων όπλων και τα κοινά επιτελεία δημιουργούν οικειότητα, αμβλύνουν τους ανταγωνισμούς, διαλύουν τις υποψίες και εξαλείφουν τους κατακερματισμένους, αλληλοανταγωνιζόμενους οργανισμούς που επιτρέπουν στους ηγέτες να στρέφουν τους αντιπάλους τον έναν εναντίον του άλλου. Η κατάσταση αυτή φαίνεται πιο καθαρά στη Σαουδική Αραβία, όπου οι χερσαίες δυνάμεις και η αεροπορία υπάγονται στον υπουργό Αμυνας, πρίγκιπα Σουλτάν, ενώ η Εθνοφρουρά υπάγεται στον πρίγκιπα Αμπντάλα, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και διάδοχο του θρόνου. Στην Αίγυπτο, οι Δυνάμεις Κεντρικής Ασφαλείας εξισορροπούν τον στρατό. Στο Ιράκ και στη Συρία, την εξισορρόπηση την κάνει η Δημοκρατική Φρουρά.
Οι πολιτικοί, στην πραγματικότητα, δημιουργούν εμπόδια για να διατηρήσουν τον κατακερματισμό. Για παράδειγμα, η εξασφάλιση αεροσκαφών από την αεροπορία για εκπαίδευση αλεξιπτωτιστών του στρατού ξηράς, είτε πρόκειται για κοινή άσκηση είτε για ένα απλό διοικητικό αίτημα υποστήριξης της εκπαίδευσης, πρέπει εν γένει να συντονιστεί από τους αρχηγούς των όπλων στο υπουργείο Αμυνας· αν εμπλέκεται μεγάλος αριθμός αεροσκαφών, αυτό πιθανόν να απαιτεί προεδρική έγκριση. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα μπορεί να μην είναι πια της μόδας, αλλά ο φόβος τους παραμένει ισχυρός. Κάθε μεγάλης κλίμακας άσκηση χερσαίων δυνάμεων αποτελεί ζήτημα ανησυχίας για την κυβέρνηση και παρακολουθείται στενά, ιδίως αν χρησιμοποιούνται πραγματικά πυρά. Στη Σαουδική Αραβία, ένα περίπλοκο σύστημα αδειοδοτήσεων που απαιτούνται από τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές και τους κυβερνήτες των επαρχιών, όλοι με διαφορετικές ιεραρχικές οδούς διοίκησης για την έγκριση οδικών φαλαγγών, την προμήθεια πυρομαχικών και τη διεξαγωγή ασκήσεων, σημαίνει ότι για να πετύχει ένα πραξικόπημα θα χρειαζόταν τεράστιος αριθμός πιστών συνωμοτών. Τα αραβικά καθεστώτα έχουν μάθει πώς να θωρακίζονται απέναντι στα πραξικοπήματα.
Τα αραβικά καθεστώτα χαρακτηρίζουν απόρρητο ουσιαστικά οτιδήποτε έχει αόριστα στρατιωτικό χαρακτήρα. Πληροφορίες που ο αμερικανικός στρατός δημοσιεύει κατά ρουτίνα (για προαγωγές, μεταθέσεις, ονόματα διοικητών μονάδων και ονομασίες μονάδων) είναι άκρως απόρρητες στις αραβόφωνες χώρες. Βεβαίως, αυτό δυσκολεύει τον εχθρό να συγκροτήσει μια ακριβή εικόνα της τάξης μάχης, αλλά τροφοδοτεί επίσης τον διαιρετικό και στεγανοποιημένο χαρακτήρα των ενόπλων δυνάμεων. Η εμμονή με την ασφάλεια μπορεί να φτάσει σε γελοία άκρα. Πριν από τον πόλεμο του 1973, ο Σαντάτ εξεπλάγη διαπιστώνοντας ότι, δύο εβδομάδες μετά την ημερομηνία κατά την οποία είχε διατάξει οι ένοπλες δυνάμεις να είναι έτοιμες για πόλεμο, ο υπουργός Πολέμου του, στρατηγός Μοχάμεντ Σαντίκ, δεν είχε ενημερώσει το άμεσο επιτελείο του για τη διαταγή. Πρέπει άραγε, αναρωτήθηκε ο Σαντάτ, ένας πόλεμος να κρατείται μυστικός από τους ίδιους τους ανθρώπους που καλούνται να τον διεξαγάγουν; 31 Μπορεί κανείς να περιμένει ότι ένας Αραβας ομόλογος ή βασικός συνομιλητής θα αντικατασταθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καμία εξήγηση για την αιφνίδια απουσία του. Αυτό μπορεί κάλλιστα να είναι απλώς μια μετάθεση λίγες πόρτες παρακάτω, αλλά η γενική ασάφεια αφήνει τους ξένους με ζοφερά σενάρια –σενάρια που ενδέχεται και να ισχύουν. Και είναι προτιμότερο να μη ρωτά κανείς πολλά· σύμβουλοι ή εκπαιδευτές που φαίνονται υπερβολικά περίεργοι μπορεί να διαπιστώσουν ότι η πρόσβασή τους σε στρατιωτικές πληροφορίες ή εγκαταστάσεις της φιλοξενούσας χώρας περιορίζεται.
Η υποτιθέμενη στενή σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ, που θεωρείται ότι λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα, επιδεινώνει και περιπλέκει αυτή τη ροπή προς τη μυστικότητα. Οι Αραβες πιστεύουν ότι και οι πιο ασήμαντες λεπτομέρειες γι’ αυτούς μεταδίδονται κατά κάποιον τρόπο στη Μοσάντ μέσω μιας μυστικής ανοιχτής γραμμής. Αυτό εξηγεί γιατί ένας Αμερικανός σύμβουλος σε αραβικές δυνάμεις είναι πιθανό να ερωτηθεί νωρίς και συχνά για τη γνώμη του σχετικά με το «παλαιστινιακό πρόβλημα», και στη συνέχεια να υποστεί μονολόγους για την υποτιθέμενη εβραϊκή κυριαρχία επί των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ως προς τα μέτρα ασφαλείας, επικρατεί γενική χαλαρότητα, μια φαινομενική αμέλεια και αδιαφορία για τα ατυχήματα στην εκπαίδευση, πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με ελάχιστη προσπάθεια. Για τους (ίσως υπερβολικά) ευαισθητοποιημένους ως προς την ασφάλεια Αμερικανούς, οι αραβικές κοινωνίες μοιάζουν αδιάφορες απέναντι στις απώλειες και επιδεικνύουν μια φαινομενικά χαλαρή προσέγγιση στην ασφάλεια της εκπαίδευσης. Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις γι’ αυτό. Κάποιοι θα επισήμαιναν τον εγγενή μοιρολατρισμό εντός του Ισλάμ, 32 και σίγουρα όποιος έχει περάσει αρκετό χρόνο σε αραβικά ταξί θα έδινε πίστη σε αυτή τη θεωρία, αλλά ίσως ο λόγος να είναι λιγότερο θρησκευτικά θεμελιωμένος και περισσότερο αποτέλεσμα της πολιτικής κουλτούρας. Οπως γνωρίζει κάθε βετεράνος, το ήθος μιας μονάδας καθορίζεται από την κορυφή· ή, όπως λέει το παλιό ρητό, οι μονάδες κάνουν καλά εκείνα που ενδιαφέρουν το αφεντικό. Οταν η ανώτατη πολιτική ηγεσία επιδεικνύει πλήρη αδιαφορία για την ευημερία των στρατιωτών της, τέτοιες στάσεις διαχέονται προς τα κάτω σε όλες τις βαθμίδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η προδοσία των συριακών στρατευμάτων που πολεμούσαν το Ισραήλ στο Γκολάν το 1967: έχοντας αποσύρει τις επίλεκτες μονάδες της, η συριακή κυβέρνηση μετέδωσε εν γνώσει της το ψευδές ότι ισραηλινά στρατεύματα είχαν καταλάβει την πόλη Κουνέιτρα, κάτι που θα τα τοποθετούσε πίσω από τον, εν πολλοίς αποτελούμενο από κληρωτούς, συριακό στρατό που παρέμενε στις θέσεις του. Η ηγεσία προέβη σε αυτή την κίνηση για να πιέσει τις μεγάλες δυνάμεις να επιβάλουν εκεχειρία, όμως αυτό οδήγησε σε πανικό των συριακών στρατευμάτων και στην απώλεια των Υψιπέδων του Γκολάν. 33
Θα ήταν δύσκολο να υπερβάλει κανείς ως προς το πολιτισμικό χάσμα που χωρίζει την αμερικανική από την αραβική στρατιωτική κουλτούρα. Σε κάθε σημαντικό τομέα, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι βρίσκουν μαθητές που αφομοιώνουν με ενθουσιασμό τα μαθήματά τους και στη συνέχεια αποτυγχάνουν σταθερά να τα εφαρμόσουν. Η κουλτούρα στην οποία επιστρέφουν –η κουλτούρα των δικών τους στρατών στις δικές τους χώρες– ακυρώνει τις προθέσεις με τις οποίες αποχαιρέτησαν τους Αμερικανούς εκπαιδευτές τους.
Οταν ασκούσαν επιρροή σε ορισμένους αραβικούς στρατιωτικούς μηχανισμούς, οι Σοβιετικοί ενίσχυσαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των πελατών τους πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μπόρεσαν, τα τελευταία χρόνια, οι Αμερικανοί. Οπως και των Αράβων, η σοβιετική στρατιωτική κουλτούρα καθοριζόταν από πολιτικούς φόβους που άγγιζαν την παράνοια. Τα μέτρα που λαμβάνονταν για τον έλεγχο των πηγών (πραγματικών ή φανταστικών) αυτών των φόβων, όπως μια άκαμπτα συγκεντρωτική δομή διοίκησης, γίνονταν εύκολα κατανοητά από τις αραβικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ. Και οι Αραβες ένιωθαν συγγένεια τόσο με την περιφρόνηση του σοβιετικού σώματος αξιωματικών προς τους απλούς στρατιώτες όσο και με τη δυσπιστία της σοβιετικής στρατιωτικής ιεραρχίας απέναντι σε ένα καλά ανεπτυγμένο, αναγνωρισμένο και ανταμειβόμενο σώμα υπαξιωματικών.
Η αραβική πολιτική κουλτούρα στηρίζεται σε υψηλό βαθμό κοινωνικής στρωμάτωσης, πολύ όμοιας με εκείνη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης και πολύ ανόμοιας με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών, μιας χώρας κοινωνικής ανόδου, αξιοκρατίας και δημοκρατίας. Οι Αραβες αξιωματικοί δεν βλέπουν καμία αξία στο να μοιράζονται πληροφορίες μεταξύ τους, πόσο μάλλον με τους άνδρες τους. Σε αυτό ακολουθούν το παράδειγμα των πολιτικών τους ηγετών, οι οποίοι όχι μόνο αποκρύπτουν πληροφορίες από τους ίδιους τους συμμάχους τους, αλλά τους εξαπατούν συστηματικά. Η εκπαίδευση στους αραβικούς στρατούς το αντανακλά αυτό: αντί να προετοιμάζονται, όσο το δυνατόν περισσότερο, για το πλήθος των αυτοσχέδιων καθηκόντων που προκύπτουν μέσα στο χάος της μάχης, οι Αραβες στρατιώτες, όπως και οι αξιωματικοί τους, εγκλωβίζονται στις στενές λειτουργίες που τους αναθέτει η ιεραρχία τους. Το ότι αυτό τους καθιστά λιγότερο αποτελεσματικούς στο πεδίο της μάχης, πόσο μάλλον ότι θέτει τη ζωή τους σε μεγαλύτερο κίνδυνο, ελάχιστα απασχολεί· ενώ, φυσικά, τα δύο αυτά ζητήματα είναι κυρίαρχα στην αμερικανική στρατιωτική κουλτούρα και αποτυπώνονται στην αμερικανική στρατιωτική εκπαίδευση.
Η αλλαγή είναι απίθανο να έρθει προτού συντελεστεί στην ευρύτερη αραβική πολιτική κουλτούρα, μολονότι η εμπειρία άλλων κοινωνιών (και της δικής μας) δείχνει ότι ο στρατός μπορεί να ασκήσει εκδημοκρατιστική επίδραση στην ευρύτερη πολιτική κουλτούρα, καθώς οι αξιωματικοί μεταφέρουν τα διδάγματα της εκπαίδευσής τους πρώτα στο επαγγελματικό τους περιβάλλον και έπειτα στην ευρύτερη κοινωνία. Προφανώς, ωστόσο, έχει τεράστια σημασία αν η περιβάλλουσα πολιτική κουλτούρα δεν είναι απλώς δηλωμένα δημοκρατική (όπως συμβαίνει με πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής), αλλά και λειτουργικά τέτοια. Ωσότου η αραβική πολιτική αρχίσει να αλλάζει σε θεμελιώδες επίπεδο, οι αραβικοί στρατοί, όποιο κι αν είναι το θάρρος ή η επάρκεια μεμονωμένων αξιωματικών και ανδρών, δύσκολα θα αποκτήσουν το εύρος των ιδιοτήτων που απαιτούν οι σύγχρονες μάχιμες δυνάμεις για να επιτύχουν στο πεδίο της μάχης. Διότι οι ιδιότητες αυτές εξαρτώνται από την εμπέδωση σεβασμού, εμπιστοσύνης και διαφάνειας ανάμεσα στα μέλη των ενόπλων δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα, και αυτό είναι το εμβατήριο του σύγχρονου πολέμου που οι αραβικοί στρατοί, όσο κι αν μιμούνται τα αντίστοιχα βήματα, δεν θέλουν να ακούσουν.
Ο Νόρβελ Ντε Ατκιν (Norvell De Atkine), απόστρατος συνταγματάρχης του αμερικανικού στρατού με οκτώ χρόνια διαμονής στον Λίβανο, την Ιορδανία και την Αίγυπτο και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις αραβικές σπουδές από το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, εκπαιδεύει σήμερα στελέχη του αμερικανικού στρατού που τοποθετούνται σε περιοχές της Μέσης Ανατολής. Οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι αυστηρά προσωπικές του.