Ο πάπας Λέων αρνείται να καταγγείλει τον ισλαμιστικό διωγμό των χριστιανών της Αλγερίας
Η επίσκεψη του ποντίφικα στο Μνημείο των Μαρτύρων πυροδοτεί διαμάχη για την εθνοκάθαρση των καθολικών πιε-νουάρ.
Ο Τζουλς Γκόμες (Jules Gomes) είναι βιβλικός μελετητής και δημοσιογράφος με έδρα τη Ρώμη.

Ο πάπας Λέων ΙΔ΄ απέρριψε τις προσπάθειες υπερασπιστών της θρησκευτικής ελευθερίας να στρέψουν την προσοχή του στον ισλαμιστικό διωγμό χριστιανών που έχει την έγκριση του κράτους, κατά την επίσκεψή του στην Αλγερία στις 13-14 Απριλίου 2026.
Ο ποντίφικας, που ξεκίνησε δεκαήμερη περιοδεία στην Αφρική με σταθμό την Αλγερία, τίμησε μαρξιστές και μουσουλμάνους επαναστάτες στο Μνημείο των Μαρτύρων, δεν επισκέφθηκε όμως το μοναστήρι του Τιμπιρίν (Tibhirine) στην 30ή επέτειο από την ισλαμιστική απαγωγή και τον αποκεφαλισμό επτά Τραπιστών μοναχών εκεί.
Γάλλοι σχολιαστές υπογράμμισαν την ειρωνεία της παπικής υπόκλισης στο Μνημείο, σημειώνοντας ότι ο πόλεμος ανεξαρτησίας της Αλγερίας είχε ως αποτέλεσμα σφαγές και τον εκτοπισμό ενός εκατομμυρίου πιε-νουάρ, κυρίως Γάλλων καθολικών που είχαν γεννηθεί στην Αλγερία.
Την παραμονή της πτήσης του Λέοντα προς το Αλγέρι, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δικαίου και Δικαιοσύνης (European Centre for Law and Justice) ανέδειξε την καταπίεση των χριστιανών στην Αλγερία, δηλώνοντας: «Σύμφωνα με το αλγερινό Σύνταγμα, το Ισλάμ είναι η κρατική θρησκεία, γεγονός που οδήγησε τον πρώην πρόεδρο του Ανώτατου Ισλαμικού Συμβουλίου να δηλώσει ότι “ένας Αλγερινός μπορεί να είναι μόνο μουσουλμάνος” (2021)».
Ο ποντίφικας αγνόησε εκκλήσεις που τον καλούσαν να μεσολαβήσει υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας. «Η Αλγερία επιβάλλει μία ενιαία ταυτότητα, αραβική και μουσουλμανική, εις βάρος των μειονοτήτων, ιδίως των Εβραίων, των Αχμαντί και των χριστιανών. Το 2020 η ελευθερία της συνείδησης αφαιρέθηκε από το Σύνταγμα», προειδοποιούσε το κείμενο, που υπέγραφαν πολιτικοί ηγέτες, ειδικοί σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φιλόσοφοι, νομικοί, συγγραφείς και εξόριστοι Αλγερινοί.
Αντιθέτως, απευθυνόμενος στον πρόεδρο της Αλγερίας Αμπντελματζίντ Τεμπούν, ο ποντίφικας φάνηκε να ανανεώνει τη ρητορική του κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, καταδικάζοντας τις «διαρκείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και τους νεοαποικιοκρατικούς πειρασμούς».
Ο πάπας αναφέρθηκε σε «αντίρροπες δυναμικές φονταμενταλισμού και εκκοσμίκευσης» που εκδηλώνονται, όπως είπε, όταν «θρησκευτικά σύμβολα και λόγια» γίνονται «βλάσφημες γλώσσες βίας και καταπίεσης» ή «κενά σημεία στην απέραντη αγορά της κατανάλωσης».
Ο Λέων προκάλεσε αντιδράσεις στους κόλπους των καθολικών αφού επισκέφθηκε το Μεγάλο Τέμενος του Αλγερίου και χρησιμοποίησε τη λέξη «κοινωνία» για να ορίσει τους δεσμούς μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων υπό τη «μητρική αγάπη» της Παναγίας, έναν δεσμό που, όπως υποστηρίζουν, είναι πλασματικός.
Την πρώτη ημέρα της επίσκεψης του πάπα, η Συμμαχία για την Υπεράσπιση της Ελευθερίας (Alliance for Defending Freedom) ανήρτησε μηνύματα στο X με έκκληση υπέρ του πάστορα Γιουσέφ Ουραχμάν, προσήλυτου από το Ισλάμ και ηγετικού στελέχους εκκλησίας, τον οποίο η Αλγερία φυλάκισε για «παράνομη λατρεία».
Αναδεικνύοντας μια άλλη υπόθεση, ο ρεπόρτερ του Βατικανού Αρτίρ Ερλέν (Arthur Herlin) είπε ότι ζήτησε από τον Λέοντα να παρέμβει υπέρ της αποφυλάκισης του δημοσιογράφου Κριστόφ Γκλεζ (Christophe Gleizes), που καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκισης. Ο Ερλέν έγραψε στο X: «Ο πάπας έγνεψε αρκετές φορές και μου απάντησε: “Ναι, γνωρίζω την υπόθεση του Κριστόφ Γκλεζ”».
Ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων άρχισαν να πιέζουν τον Λέοντα να μιλήσει υπέρ των χριστιανών της Αλγερίας αφότου το Βατικανό ανακοίνωσε το ταξίδι του. Στις 18 Μαρτίου, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δικαίου και Δικαιοσύνης απευθύνθηκε στα Ηνωμένα Έθνη για την επιδείνωση της θρησκευτικής ελευθερίας στην Αλγερία, ενόψει της επικείμενης επίσκεψης του ποντίφικα στη χώρα.
Οι ευαγγελικοί είναι οι πιο ευάλωτοι, επειδή «η ιεραποστολική τους δέσμευση τους εκθέτει σε διαρκή πίεση», ενώ «η Καθολική Εκκλησία δίνει πλέον προτεραιότητα αποκλειστικά στον διαθρησκειακό διάλογο εις βάρος του ευαγγελισμού και οι αλγερινές αρχές το εκμεταλλεύονται για να προβάλλουν μια εικόνα ανοχής», σημείωσαν ομιλητές του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δικαίου και Δικαιοσύνης.
Η Τζαμίλα Τζελούλ (Djamila Djelloul), προσήλυτη από το Ισλάμ, κάλεσε τον Λέοντα «να απαιτήσει πραγματική ελευθερία συνείδησης – το δικαίωμα αλλαγής θρησκείας για όσους προέρχονται από το Ισλάμ – και όχι απλώς την ελευθερία να ασκούν τη λατρεία τους οι χριστιανοί που βρίσκονται ήδη εκεί».
Στις 8 Απριλίου, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δικαίου και Δικαιοσύνης δημοσίευσε την έκθεση «The Oppression of Christians in Algeria», η οποία σημείωνε ότι η κυβέρνηση υποβάθμισε τον καθολικισμό σε θρησκεία ανεκτή από το κράτος, χωρίς ιεραποστολικό ρόλο, όταν η Αλγερία έγινε ανεξάρτητη το 1962.
Από το 2006, η κυβέρνηση έχει κλείσει 58 προτεσταντικές εκκλησίες, αφήνοντας ανοιχτές μόλις τρεις, μεταξύ των οποίων και μία διεθνή εκκλησία, στερώντας από τους προτεστάντες την ελευθερία λατρείας. Το διάταγμα του 2006 τιμωρεί κάθε απόπειρα ευαγγελισμού μουσουλμάνων με πέντε χρόνια φυλάκισης.
Καθώς η Αλγερία προμηθεύει την Ευρώπη με ενέργεια, συνεργάζεται με τις ΗΠΑ στην αντιτρομοκρατία και αγοράζει όπλα από τη Ρωσία, διεθνείς παίκτες δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν την κυβέρνησή της θέτοντας το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, αφήνοντας σε φορείς όπως το Βατικανό να συνηγορήσουν υπέρ των διωκόμενων χριστιανών.
Ο Αλγερινός πληροφοριοδότης δημοσίου συμφέροντος Σαουκί Μπενζερά (Chawki Benzehra) εξήγησε ότι η επίσκεψη του Λέοντα «θα μπορούσε να είναι ιστορικό γεγονός αν είχε επιλέξει να καταγγείλει τον διωγμό των χριστιανών από τους ισλαμιστές, καθώς και τις παραβιάσεις της ελευθερίας λατρείας τους από το αλγερινό καθεστώς». Ωστόσο, είπε, «δυστυχώς επέλεξε τον δρόμο του να μη δυσαρεστήσει τις αλγερινές αρχές, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να παραιτηθεί από επίσκεψη στο μοναστήρι του Τιμπιρίν, όπου δολοφονήθηκαν μοναχοί. Μέχρι σήμερα, το αλγερινό καθεστώς εξακολουθεί να αρνείται να ρίξει πλήρες φως σε αυτή την υπόθεση».