Οι Σύροι Κούρδοι χρειάζονται ατζέντα πέρα από τα γλωσσικά δικαιώματα
Ένα ευρύτερο πολιτικό πρόγραμμα θα ενίσχυε το αίτημά τους για πολιτιστική και πολιτική αναγνώριση.

ΚΑΜΙΣΛΙ, ΣΥΡΙΑ—Το κουρδικό πολιτικό κίνημα στη Συρία μοιάζει σήμερα να περιστρέφεται γύρω από ένα βασικό ζήτημα: την εκπαίδευση στην κουρδική γλώσσα. Το Κόμμα Δημοκρατικής Ενωσης (PYD) και άλλα μικρότερα κουρδικά κόμματα, που μετείχαν στη διοίκηση της βορειοανατολικής Συρίας, έχουν αναγάγει την επίσημη αναγνώριση της εκπαίδευσης στην κουρδική γλώσσα σε πρωταρχικό πολιτικό στόχο.
Το PYD και άλλες ομάδες που συνδέονταν με τις πλέον διαλυμένες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) στήριξαν μαθητικές διαδηλώσεις και υποστήριξαν διάφορες πρωτοβουλίες, με στόχο να πιέσουν τις μεταβατικές αρχές της Συρίας να αναγνωρίσουν τα κουρδικά ως γλώσσα διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Η τόσο έντονη προσήλωση σε ένα και μόνο ζήτημα είναι εντυπωσιακή. Μέχρι πρόσφατα, οι κουρδικές αυτές ομάδες έλεγχαν σχεδόν το ένα τρίτο της συριακής επικράτειας, προτού η Δαμασκός καταλάβει τις περισσότερες από τις περιοχές που κρατούσαν οι SDF και επιβάλει συμφωνία στους Κούρδους ηγέτες. Η συμφωνία αφαίρεσε από τις κουρδικές δυνάμεις σχεδόν το σύνολο της αυτονομίας τους, οδηγώντας τελικά στη διάλυση των SDF και των πολιτικών θεσμών που διοικούσαν τη βορειοανατολική Συρία επί περισσότερο από μία δεκαετία.
Στο απόγειό τους, οι Κούρδοι πολιτικοί δρώντες στη Συρία προέβαλλαν την αποκέντρωση ως πιθανή λύση στις χρόνιες αδυναμίες διακυβέρνησης της χώρας. Εκείνα τα χρόνια, τα γλωσσικά δικαιώματα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα, καθώς τα κουρδικά αναγνωρίζονταν ήδη από την Αυτόνομη Διοίκηση Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, υπό κουρδική ηγεσία, ως επίσημη γλώσσα μαζί με τα αραβικά και τα συριακά. Τα κουρδικά ήταν η βασική γλώσσα διδασκαλίας σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα. Για πρώτη φορά, οι Κούρδοι δημιούργησαν θεσμούς αφιερωμένους στη γλώσσα τους και εξέδιδαν και εξέπεμπαν ελεύθερα στα κουρδικά.
Θα ήταν υποτίμηση να περιγραφεί η μετάβαση από τα αιτήματα για αποκέντρωση και ομοσπονδιοποίηση στις εκκλήσεις για εκπαίδευση στην κουρδική γλώσσα ως πολιτικός υποβιβασμός. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια ολόκληρη γενιά Κούρδων μεγάλωσε λαμβάνοντας την εκπαίδευσή της κυρίως στα κουρδικά μπορεί να εξηγεί γιατί η εκπαίδευση στην κουρδική γλώσσα έχει καταστεί κεντρικός πολιτικός στόχος για τα κουρδικά κόμματα σε αυτό το στάδιο του αγώνα τους για αναγνώριση.
Ιστορικά, και ιδίως υπό την μπααθική κυριαρχία, οι Κούρδοι στερούνταν το δικαίωμα να μαθαίνουν και να διδάσκουν τη γλώσσα τους. Τα γλωσσικά δικαιώματα αποτελούσαν, επομένως, κεντρικό συστατικό του πολιτικού ακτιβισμού εντός του κουρδικού κινήματος. Η συριακή σύγκρουση μεταμόρφωσε αυτή την πραγματικότητα, επιτρέποντας στους Κούρδους, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, να διοικούν τις περιοχές τους de facto. Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα, παρά τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στη Συρία μετά την πτώση του καθεστώτος Ασαντ, θα έπρεπε να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι Κούρδοι διεκδικούν τα πολιτιστικά και πολιτικά τους δικαιώματα.
Οι σύροι κουρδικοί σχηματισμοί θα έπρεπε να ανανεώσουν και να ενισχύσουν τα αιτήματά τους για αποκέντρωση, η οποία θα παρείχε ένα πλαίσιο διασφάλισης των γλωσσικών δικαιωμάτων. Μια τέτοια ευρύτερη πολιτική ατζέντα θα ενίσχυε το αίτημά τους για πολιτιστική και πολιτική αναγνώριση, αντί να περιορίζει τις διεκδικήσεις τους σε ένα μόνο ζήτημα.
Από τη συμφωνία του Ιανουαρίου 2026 μεταξύ των SDF και της Δαμασκού, και ιδίως μετά τη διάλυση των SDF τον Αύγουστο του 2026, η οργανωμένη πολιτική αντιπολίτευση στην κουρδική περιοχή —η οποία ιστορικά λειτουργούσε ως κέντρο αμφισβήτησης απέναντι στα διαδοχικά καθεστώτα της Δαμασκού— έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί.
Τα κουρδικά πολιτικά κόμματα και οι ομάδες σε όλο το πολιτικό φάσμα δεν φαίνεται πλέον να αισθάνονται την ανάγκη να αντιταχθούν στο νέο συριακό καθεστώς, ιδίως καθώς η Δαμασκός έχει επιτρέψει περιορισμένο χώρο για την έκφραση της κουρδικής ταυτότητας στη δημόσια σφαίρα. Αυτό όμως μπορεί να είναι ακριβώς ο στόχος της Δαμασκού: να κατευνάσει τους Κούρδους μέσω συμβολικών και περιορισμένων παραχωρήσεων, ώστε να αποτρέψει την ανάδυση ενός κουρδικού αντιπολιτευτικού κινήματος που θα μπορούσε να εμπνεύσει άλλες μειονοτικές κοινότητες, ιδίως τους Αλαουίτες και τους Δρούζους, οι οποίοι κατά καιρούς έβλεπαν στους Κούρδους πιθανούς ηγέτες μιας δημοκρατικής αλλαγής στη Συρία.
Υπάρχει η αντίληψη στην κουρδική πολιτική ελίτ ότι μπορεί να λειτουργήσει ως εταίρος στην οικοδόμηση του νέου συριακού κράτους και ότι η ανοιχτή αντιπαράθεση με τη διακυβέρνηση του μεταβατικού προέδρου Αχμεντ αλ Σαράα θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσπάθειες κατοχύρωσης των κουρδικών δικαιωμάτων. Αυτό, ωστόσο, παρερμηνεύει την πολιτική πραγματικότητα. Ο αλ Σαράα δεν φαίνεται να θεωρεί τους Κούρδους, ή άλλους πολιτικούς δρώντες, γνήσιους εταίρους στη διακυβέρνηση της Συρίας. Η συμφωνία του με τους Κούρδους ηγέτες υπαγορεύθηκε σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς πιέσεις. Ακριβώς γι’ αυτό οι κουρδικές ομάδες πρέπει να συνεχίσουν να πιέζουν τη Δαμασκό, ιδίως δεδομένου ότι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις προέτρεψαν τη συριακή κυβέρνηση να μην περιθωριοποιήσει τις κουρδικές ομάδες μετά τη βία του Ιανουαρίου 2026.
Οι Σύροι Κούρδοι έχασαν τη στρατιωτική τους ισχύ και την εκ των πραγμάτων αυτόνομη εξουσία τους, διατηρούν όμως την πολιτική δράση και την οργανωτική ικανότητα που τους τοποθετούν σε μοναδική θέση ώστε να παραμείνουν φωνή δημοκρατικής αλλαγής στη Συρία. Αν και οι προοπτικές μιας δημοκρατικής μετάβασης υπό τις παρούσες συνθήκες είναι ισχνές, το κουρδικό κίνημα θα ωφελούνταν περισσότερο αν ποντάριζε σε ένα ευρύτερο δημοκρατικό μέλλον για τη Συρία, αντί να αρκεστεί σε περιορισμένες παραχωρήσεις από τη Δαμασκό.