Γιατί χρειάζονται κυρώσεις στο Ιράκ για τον αφοπλισμό των πολιτοφυλακών
Οι ιρακινές παρατάξεις συσπειρώνονται απέναντι σε κάθε στρατιωτική ενέργεια, καθιστώντας την οικονομική πίεση τον βασικό τρόπο να σπάσει η πολιτική παράλυση.
Ο Άλι Αλμραγιατί (Ali Almrayatee) υπήρξε διερμηνέας μάχης στις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις, κατά την επιχείρηση Operation Iraqi Freedom. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ανώτερος σύμβουλος ασφαλείας στο ιρακινό Κοινοβούλιο, συμβάλλοντας στη διάσωση Αμερικανών ομήρων το 2016 και στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), ενώ υπηρέτησε και ως πηγή αντιτρομοκρατικών πληροφοριών για αμερικανικές κυβερνητικές υπηρεσίες. Διετέλεσε διπλωμάτης στο Ιράκ και στην Τουρκία, με αντικείμενο τη διεθνή ασφάλεια, τον εξτρεμισμό, τον υβριδικό πόλεμο και τις γεωπολιτικές υποθέσεις.

Η ανάγνωση της Ουάσιγκτον για τη δέσμευση του Ιρακινού πρωθυπουργού Αλί αλ Ζαΐντι, τον Ιούλιο του 2026, να διαλύσει τις πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν, συγχέει τη ρητορική με τις πραγματικές δυνατότητες. Το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι η απουσία κρατικών εργαλείων, αλλά το ότι τα εργαλεία αυτά είναι ενσωματωμένα σε ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έχουν διαμορφώσει ακριβώς τα παραταξιακά συμφέροντα που ο αλ Ζαΐντι επιδιώκει να αντιμετωπίσει. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο πρωθυπουργός μπορεί να διατάξει τον αφοπλισμό· είναι αν οι θεσμοί που απαιτούνται για να επιβληθεί αυτή η εντολή μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τα δίκτυα που καλούνται να αφοπλίσουν.
Θεωρητικά, ο πρωθυπουργός του Ιράκ μπορεί να διατάξει τον στρατό να συγκρουστεί με ένοπλες παρατάξεις. Στην πράξη, μια τέτοια εντολή θα έμπαινε σε μια δομή διοίκησης της οποίας οι ανώτατες τοποθετήσεις και τα θεσμικά συμφέροντα διαμορφώνονται από τα πολιτικά κόμματα, μεταξύ των οποίων και οι πολιτικές πτέρυγες των πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από το Ιράν. Η ανώτατη στρατιωτική και η ηγεσία ασφαλείας του Ιράκ λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα θρησκευτικών ποσοστώσεων που εξασφαλίζει στις ομάδες προσκείμενες στο Ιράν κυρίαρχο έλεγχο των θεσμών. Η Οργάνωση Μπαντρ (Badr Organization) ελέγχει το υπουργείο Εσωτερικών· άλλες κυριαρχούν στον υπόλοιπο μηχανισμό ασφαλείας. Αυτή η κατάληψη του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους από τις παρατάξεις που ο αλ Ζαΐντι διατείνεται ότι θέλει να διαλύσει δημιουργεί διάκριση ανάμεσα στην τυπική εξουσία διοίκησης και στον ουσιαστικό έλεγχο. Κάθε απόφαση χρήσης βίας εναντίον ένοπλων ομάδων πρέπει να περάσει μέσα από μια θεσμική αλυσίδα που ελέγχεται από πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτές τις ίδιες ομάδες. Ανώτατοι διοικητές, πιστοί ή συνδεδεμένοι με τις πολιτοφυλακές, δεν πρόκειται να διατάξουν επιχειρήσεις εναντίον των δικών τους δικτύων. Αντιμετωπίζουν είτε το πολιτικό κόστος της προδοσίας των προστατών τους είτε τους σωματικούς κινδύνους της αποστασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο στρατός καθίσταται αναξιόπιστος ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερο.
Η Δικαιοσύνη παρουσιάζει ένα παράλληλο πρόβλημα. Τα πολιτικά κόμματα διορίζουν δικαστές με κριτήριο την αφοσίωση, και ο Χάντι αλ Αμίρι (Hadi Al-Amiri), ηγέτης της Οργάνωσης Μπαντρ, έχει παραδεχθεί ότι εκφοβίζει δικαστές. Ένα δικαστικό σώμα που λειτουργεί υπό τέτοια πίεση δεν μπορεί να αποτελέσει ανεξάρτητο μηχανισμό για τη δίωξη ηγετών πολιτοφυλακών ή την επιβολή αποφάσεων αφοπλισμού. Η περιγραφή του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Φάικ Ζαϊντάν (Faiq Zaidan) για την προστασία που του παρείχαν πολιτοφυλακές, κατόπιν εντολής του διοικητή της Δύναμης Κουντς Κασέμ Σουλεϊμανί, αποτυπώνει το πρόβλημα: οι ένοπλες παρατάξεις δεν λειτουργούν μόνο έξω από την κρατική εξουσία, αλλά και ως προστάτες της. Το προσωπικό οφείλει τις θέσεις και την ασφάλειά του σε αυτές ακριβώς τις πολιτοφυλακές και στο Ιράν.
Ο περιορισμός, ωστόσο, για το Ιράκ είναι πολιτικός· η κυβέρνηση του αλ Ζαΐντι αντλεί την κοινοβουλευτική της νομιμοποίηση κυρίως από το Συντονιστικό Πλαίσιο (Coordination Framework), όπου οι ένοπλες ομάδες που πρόσκεινται στο Ιράν ασκούν καθοριστική επιρροή και διατηρούν εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο. Οι παρατάξεις δεν χρειάζεται να νικήσουν στρατιωτικά μια κυβέρνηση· μπορούν να χρησιμοποιήσουν αποχές, αποχωρήσεις και νομοθετική παρακώλυση για να παραλύσουν τη διακυβέρνηση και να πιέσουν τον πρωθυπουργό σε αποφάσεις. Η τακτική αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική την τελευταία δεκαετία και επανεμφανίστηκε τον Αύγουστο του 2026, όταν η Ασάιμπ Αχλ αλ Χακ (Asa’ib Ahl al-Haq) ανακοίνωσε ότι θα απέσυρε τη στήριξή της στον Ζαΐντι, αναγκάζοντάς τον να μεταβάλει τη θέση του για τον αφοπλισμό μέσω της διευκρίνισης του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι η προθεσμία αφορούσε την προγραμματισμένη αποχώρηση των δυνάμεων του Συνασπισμού και των ΗΠΑ, όχι τη διάλυση των ένοπλων παρατάξεων, ενώ πρόσωπα εντός του Συντονιστικού Πλαισίου επαναδιατύπωσαν τον αφοπλισμό ως «οργάνωση των όπλων». Το επεισόδιο αντανακλούσε τα όρια όσων μπορεί να επιβάλει ο πρωθυπουργός.
Η ανώτατη σιιτική θρησκευτική αρχή, ο μέγας αγιατολάχ Αλί αλ Σιστάνι, με τη φάτβα του 2014 περί συλλογικής τζιχάντ κινητοποίησε τους Ιρακινούς σιίτες εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Αν και δεν είχε σκοπό να δημιουργήσει μόνιμο στρατό παράλληλο προς το κράτος, οι ένοπλες παρατάξεις επικαλέστηκαν νομιμοποίηση για να εδραιώσουν σχηματισμούς εντός και εκτός της επίσημης κρατικής δομής.
Έκτοτε, η Νατζάφ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό δίλημμα: ο στενός κύκλος του Σιστάνι έχει καθοδηγήσει μια πολιτική στρατηγικής ασάφειας, εκδίδοντας αόριστες δηλώσεις μέσω των ιεροκηρύκων του κηρύγματος της Παρασκευής, οι οποίες επιτρέπουν πολλαπλές ερμηνείες αντί για μια αποφασιστική φάτβα σχετικά με το καθεστώς αυτών των πολιτοφυλακών.
Η διατύπωση μιας ρητής και συνολικής θέσης που θα καλούσε σε διάλυση όλων των χομεϊνικών ιρακινών ένοπλων παρατάξεων θα έφερνε τη θρησκευτική αρχή σε αντιπαράθεση με δυνάμεις που διαθέτουν οπλισμό και είναι πιστές στην Τεχεράνη, αμφισβητώντας την επιρροή του Ιράν και τη διεθνική επαναστατική ατζέντα του αγιατολάχ. Θα μπορούσε να υπονομεύσει το ίδιο το κύρος και την εξουσία του Σιστάνι. Αυτό θα μετέτρεπε το ζήτημα του κρατικού μονοπωλίου της βίας από ιρακινό πολιτικό ζήτημα σε ζήτημα νομιμοποίησης εντός του ίδιου του σιιτικού στρατοπέδου.
Η στρατιωτική δράση έχει αντίστροφα αποτελέσματα, καθώς ωθεί τις παρατάξεις να συσπειρωθούν, αφήνοντας την οικονομική πίεση ως τον βασικό μοχλό για να σπάσει η πολιτική παράλυση του Ιράκ. Η αξιόπιστη απειλή αμερικανικών κυρώσεων μπορεί να αναγκάσει τις ένοπλες ομάδες να μεταβάλουν θέση, αυξάνοντας το κόστος της διατήρησης παράλληλων δυνάμεων. Επειδή το επίσημο χρηματοπιστωτικό σύστημα του Ιράκ είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τις παρατάξεις αυτές όσο και για την οικονομική επιβίωση του Ιράν, η στοχευμένη οικονομική πίεση εκμεταλλεύεται το κεκτημένο συμφέρον της Τεχεράνης να μην καταστεί το Ιράκ οικονομικό βάρος.