Γιατί κανείς δεν μιλά για την τουρκική κατοχή στη Συρία
Η τουρκική παρουσία σε τμήματα της βόρειας Συρίας δυσχεραίνει την προσπάθεια του Άχμεντ αλ Σαράα να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος ηγέτης.

Σε ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρεσβευτής του Ισραήλ στα Ηνωμένα Έθνη Ντάνι Ντανόν (Danny Danon) επισήμανε μια πραγματικότητα που λίγοι διπλωμάτες και παγκόσμιοι ηγέτες τολμούν να συζητήσουν: τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη Συρία. Οι παρατηρήσεις του έγιναν στο πλαίσιο της δικαιολόγησης της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας σε τμήματα της νότιας Συρίας. Ο Ντανόν σημείωσε ότι η Τουρκία κατέχει πολύ μεγαλύτερη έκταση στη βόρεια Συρία απ’ ό,τι το Ισραήλ στον νότο. Έχει δίκιο. Κι όμως, αυτή η πραγματικότητα έχει λάβει ελάχιστη προσοχή.
Ορισμένοι απολογητές της Τουρκίας ενδέχεται να υποστηρίξουν ότι η τουρκική παρουσία στη Συρία διαφέρει από την ισραηλινή, επειδή Τουρκία και Συρία είναι πλέον σύμμαχοι και η τουρκική στρατιωτική παρουσία γίνεται κατόπιν πρόσκλησης της Δαμασκού· μόνο που αυτό δεν ισχύει.
Ο τουρκικός στρατός διατηρεί εκτεταμένη παρουσία στις επαρχίες Ιντλίμπ, Χαλεπίου και Χασάκα, μετά τις μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις του 2016, του 2018 και του 2019, πολύ πριν έρθει στην εξουσία στη Δαμασκό το σημερινό καθεστώς που είναι φιλικό προς την Τουρκία. Ενώ οι δύο τελευταίες επιχειρήσεις στόχευαν ρητά στην απώθηση των κουρδικών δυνάμεων από περιοχές όπως το Αφρίν και το Ρας αλ Άιν (Serê Kaniyê), η πρώτη, που ξεκίνησε το 2016, είχε φαινομενικά ως στόχο την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). Στην πραγματικότητα, όμως, η τουρκική επέμβαση απέβλεπε στο να αποτρέψει τις κουρδικές δυνάμεις από το να καταλάβουν εδάφη που κατείχε το Ισλαμικό Κράτος στο βόρειο Χαλέπι, ιδίως πόλεις όπως το αλ Μπαμπ και η Τζαράμπλους.
Η Τουρκία είχε ευκαιρίες να συγκρουστεί με το Ισλαμικό Κράτος και νωρίτερα, ακόμη και πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινήσουν τη σύμπραξή τους με τις κουρδικές δυνάμεις για την καταπολέμηση της τρομοκρατικής οργάνωσης. Αντ’ αυτού, η Άγκυρα επέτρεψε στα σύνορά της να λειτουργούν ως δίαυλος για τους μαχητές, τις προμήθειες και το παράνομο εμπόριο του Ισλαμικού Κράτους. Εκείνη την περίοδο υπήρξε ενεργή διακίνηση πετρελαίου και άλλων αγαθών, που διοχετεύονταν λαθραία από εδάφη υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους προς την Τουρκία.
Η νέα ισλαμιστική ηγεσία της Συρίας ωφελείται από τη σχέση της με την Τουρκία, όμως ο μεταβατικός πρόεδρος Άχμεντ αλ Σαράα επιδιώκει να αποφύγει να εμφανίζεται ως υποτελής του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από τότε που κατέλαβε την εξουσία τον Δεκέμβριο του 2024, επιχειρεί να προβάλλει την εικόνα ενός ανεξάρτητου Σύρου ηγέτη. Η εμφανής τουρκική παρουσία σε τμήματα της βόρειας Συρίας, ωστόσο, δυσχεραίνει αυτή την προσπάθεια. Η συριακή κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει την τουρκική κατοχή συριακού εδάφους, τη στιγμή που η πολιτική της επιβίωση, η οικονομική ανάκαμψη και η αρχιτεκτονική ασφαλείας της παραμένουν τόσο στενά συνδεδεμένες με την Άγκυρα.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει τη Συρία ως στρατηγική αυλή. Όσα έχει επιδιώξει ο Ερντογάν αλλού —συνδέοντας τη διπλωματική αναγνώριση και τη βοήθεια με ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν τουρκική παρουσία— θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ακόμη ευκολότερα στη Συρία. Η Λιβύη προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα. Το 2019, η Τουρκία και η λιβυκή Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας υπέγραψαν δύο ξεχωριστά μνημόνια: ένα που οριοθετούσε θαλάσσια δικαιοδοσία στην Ανατολική Μεσόγειο και ένα δεύτερο που προέβλεπε συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και στη στρατιωτική συνεργασία. Οι συμφωνίες όχι μόνο εμβάθυναν τη στρατηγική και στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στη Λιβύη, αλλά συνέδεσαν και την επιβίωση της Τρίπολης με την προθυμία της να προσαρμόζεται στα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας.
Για τον Ερντογάν, η Συρία δεν αφορά μόνο τη διασφάλιση των άμεσων συνοριακών συμφερόντων της Τουρκίας. Η Άγκυρα έχει περάσει την τελευταία δεκαετία αποδεικνύοντας την προθυμία της να προβάλλει στρατιωτική ισχύ πέρα από τα σύνορά της, από τη Συρία και το Ιράκ έως τη Λιβύη και τον Καύκασο.
Η Συρία προσφέρει τώρα μια ακόμη πιο κρίσιμη ευκαιρία. Επειτα από περισσότερα από δέκα χρόνια πολέμου, οι θεσμοί, ο στρατός και η οικονομία της χώρας έχουν διαλυθεί, ενώ η νέα ηγεσία παραμένει εξαρτημένη από εξωτερικούς εταίρους για την ανασυγκρότηση του κράτους. Η Τουρκία μπορεί να μεταφράσει την επιρροή που συσσώρευσε στη διάρκεια του συριακού πολέμου σε μακρόχρονη περιφερειακή παρουσία. Αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο, στο οποίο η Άγκυρα αξιοποιεί την κατάρρευση ή τον κατακερματισμό γειτονικών κρατών για να διευρύνει την πολιτική και στρατιωτική της εμβέλεια. Με τη Συρία στη μεταπολεμική της φάση, η Τουρκία μοιάζει αποφασισμένη όχι απλώς να έχει λόγο στο μέλλον της, αλλά να διασφαλίσει ότι τα δικά της συμφέροντα ασφαλείας και γεωπολιτικής θα ενσωματωθούν στην ανασυγκρότηση της Συρίας.
Η έκκληση να αποχωρήσουν οι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις από το συριακό έδαφος θα ήταν θεμιτή, εφόσον εφαρμοζόταν με συνέπεια. Η προσοχή δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο Ισραήλ, παραβλέποντας την πολύ μεγαλύτερη και μακροβιότερη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη βόρεια Συρία. Μια αξιόπιστη προσέγγιση οφείλει να αποφεύγει τα δύο μέτρα και δύο σταθμά: αν η ξένη στρατιωτική παρουσία θεωρείται παραβίαση της συριακής κυριαρχίας, το ίδιο κριτήριο πρέπει να ισχύει εξίσου για όλες τις εξωτερικές δυνάμεις που επιχειρούν σε συριακό έδαφος.