Ποιες χώρες της Μέσης Ανατολής κινδυνεύουν περισσότερο από έλλειψη καυσίμων
Ακόμη και κράτη που εξάγουν μεγάλες ποσότητες πετρελαίου ενδέχεται να εξαρτώνται από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων από το εξωτερικό.

Ο κίνδυνος μιας κρίσης καυσίμων στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς ζήτημα παραγωγής αργού πετρελαίου. Αν μια χώρα δεν διαθέτει διυλιστική ικανότητα, αποθηκευτικούς χώρους, ασφαλείς οδούς εφοδιασμού ή οικονομικούς πόρους για να χρηματοδοτήσει έκτακτες εισαγωγές, μπορεί να παράγει εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα και, παρ’ όλα αυτά, να έχει άδεια πρατήρια καυσίμων.
Οι κυβερνήσεις της περιοχής αντιμετωπίζουν δύο διαφορετικές απειλές. Το κόστος των εισαγωγών, ο πληθωρισμός και το κόστος των επιδοτήσεων αυξάνονται. Οι πραγματικές ελλείψεις σημαίνουν άδεια πρατήρια, δελτίο, αλλά και διαταραχές στις μεταφορές, την ηλεκτροπαραγωγή, τη γεωργία και τη βιομηχανία. Οι χώρες με το λιγότερο πετρέλαιο δεν είναι, ωστόσο, κατ’ ανάγκη οι πιο ευάλωτες. Ευάλωτα είναι, αντιθέτως, τα κράτη που δεν μπορούν να αναπληρώσουν εύκολα τις χαμένες προμήθειες.
Ο Λίβανος, η Συρία και η Υεμένη αντιμετωπίζουν τον πιο άμεσο κίνδυνο. Ο Λίβανος εξαρτάται από εισαγόμενα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα για τις μεταφορές, την εφεδρική ηλεκτροπαραγωγή και τις βασικές υπηρεσίες. Η χρηματοπιστωτική κρίση της χώρας, η αδυναμία του νομίσματος και η πολιτική παράλυση δυσχεραίνουν τη δυνατότητα των εισαγωγέων και των δημόσιων φορέων να εξασφαλίσουν μεγάλα έκτακτα φορτία, όταν οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν ή η ναυτιλία γίνεται ακριβότερη. Η εξάρτηση του Λιβάνου από τις θαλάσσιες παραδόσεις τον αφήνει επίσης εκτεθειμένο σε διαταραχές στην ανατολική Μεσόγειο. Πρόσφατες αξιολογήσεις της αγοράς καυσίμων δείχνουν πόσο γρήγορα οι υψηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου μπορούν να περάσουν στους Λιβανέζους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις.
Η Συρία συνδυάζει κατεστραμμένες υποδομές, αδύναμα δημόσια οικονομικά και εξάρτηση από εξωτερικές προμήθειες καυσίμων. Χρόνια σύγκρουσης μείωσαν την αξιοπιστία της πετρελαϊκής παραγωγής, της διύλισης, της ηλεκτροπαραγωγής και των δικτύων διανομής. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει καταγράψει επανειλημμένες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και τη συρρικνούμενη ικανότητα της κυβέρνησης να στηρίζει τις επιδοτήσεις. Αυτές οι πιέσεις καθιστούν τη Συρία ευάλωτη σε οποιαδήποτε διαταραχή στο εισαγόμενο αργό, στα διυλισμένα προϊόντα ή στις οδούς μεταφοράς.
Η Υεμένη παραμένει ακόμη πιο εκτεθειμένη. Η σύγκρουση έχει κατακερματίσει τους θεσμούς της χώρας, έχει αποδυναμώσει το νόμισμά της και έχει προκαλέσει ζημιές σε λιμάνια, δρόμους και ενεργειακές υποδομές. Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η δημοσιονομική πίεση, οι ελλείψεις ρευστότητας και οι διαταραχές στα καύσιμα συνεχίζουν να βαθαίνουν την οικονομική ευπάθεια της Υεμένης. Οποιαδήποτε διακοπή που θα επηρέαζε τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας ή τις ναυτιλιακές διαδρομές θα μπορούσε να προκαλέσει ελλείψεις πολύ γρήγορα, ιδίως σε περιοχές που δεν διαθέτουν λειτουργικές εναλλακτικές.
Το Ιράν παρουσιάζει διαφορετική μορφή ευπάθειας. Παράγει σημαντικές ποσότητες αργού και διαθέτει αξιόλογη διυλιστική ικανότητα, όμως οι κυρώσεις περιορίζουν την πρόσβασή του σε χρηματοδότηση, τεχνολογία, εξοπλισμό και ανταλλακτικά. Η υψηλή εγχώρια κατανάλωση, οι επιδοτούμενες τιμές, η αναποτελεσματική διανομή και το λαθρεμπόριο καυσίμων μειώνουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του συστήματος. Το Ιράν μπορεί να αντέξει μια σύντομη διαταραχή καλύτερα από τον Λίβανο ή την Υεμένη, αλλά μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να αποκαλύψει σοβαρές αδυναμίες ανάμεσα στην παραγωγή αργού και στην αξιόπιστη παράδοση βενζίνης, ντίζελ και άλλων διυλισμένων προϊόντων.
Η Τουρκία, η Ιορδανία, η Αίγυπτος και το Ιράκ βρίσκονται σε ενδιάμεση θέση. Η Τουρκία εξαρτάται από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γεγονός που την εκθέτει στις διεθνείς αυξήσεις τιμών. Ωστόσο, η μεγαλύτερη οικονομία της, ο εδραιωμένος κλάδος διύλισης, τα σύγχρονα λιμάνια και η πρόσβαση στις αγορές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας της προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία από πολλούς εισαγωγείς της περιοχής. Η χώρα μπορεί να αντλήσει από πολλαπλούς προμηθευτές και διαδρόμους μεταφοράς, αν και οι παρατεταμένα υψηλές τιμές θα αύξαναν και πάλι τον πληθωρισμό και θα πίεζαν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας περιγράφει την Τουρκία ως χώρα με σημαντική ενεργειακή διαφοροποίηση, αλλά συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Η Ιορδανία στηρίζεται σε εισαγόμενη ενέργεια, ωφελείται όμως από το λιμάνι της Άκαμπα και από σχετικά σταθερές εξωτερικές συνεργασίες. Η έκθεσή της θα αυξανόταν αν οι περιφερειακές ναυτιλιακές διαδρομές καθίσταντο επισφαλείς ή αν αποδυναμωνόταν η χρηματοδότηση των εισαγωγών. Η Αίγυπτος διαθέτει μεγαλύτερη ικανότητα διύλισης, αποθήκευσης και μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης της Διώρυγας του Σουέζ και του συστήματος αγωγών Σουέζ–Μεσογείου. Παρ’ όλα αυτά, η υψηλή εγχώρια ζήτηση, η δημοσιονομική πίεση και η εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές θα καθιστούσαν δαπανηρή μια παρατεταμένη έλλειψη προϊόντων.
Το Ιράκ καταδεικνύει τα όρια της μέτρησης της ασφάλειας με βάση την παραγωγή αργού. Το Ιράκ εξάγει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αξιοποιήσει το συνοδό αέριό του και να καλύψει την εγχώρια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αναφέρει ότι το Ιράκ εξαρτάται από εισαγόμενο ιρανικό αέριο και συνεχίζει να αντιμετωπίζει ελλείψεις ρεύματος όταν οι προμήθειες αυτές μειώνονται. Οι βελτιώσεις στη διύλιση ενδέχεται να περιορίσουν ορισμένα ελλείμματα προϊόντων, όμως τα αδύναμα ηλεκτρικά δίκτυα, η υψηλή καλοκαιρινή ζήτηση και η εξάρτηση από τις εξαγωγικές υποδομές του νότου αφήνουν το Ιράκ εκτεθειμένο τόσο σε εγχώριες όσο και σε θαλάσσιες διαταραχές.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν τα ισχυρότερα άμεσα «μαξιλάρια» ασφαλείας. Και οι δύο διατηρούν μεγάλα συστήματα παραγωγής και διύλισης, ισχυρή δημοσιονομική ικανότητα και εναλλακτικές οδούς εξαγωγής αργού που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι οι αγωγοί της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων παρέχουν συνολικά δυνητική ικανότητα παράκαμψης περίπου 3,5–5,5 εκατ. βαρελιών την ημέρα. Η ικανότητα αυτή δεν μπορεί να αντικαταστήσει το σύνολο των ροών του Ορμούζ, δίνει όμως και στις δύο χώρες μεγαλύτερη ευελιξία από το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν ή το Ιράκ.
Το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Ομάν και το Μπαχρέιν έχουν επίσης το πλεονέκτημα της εγχώριας παραγωγής, των διυλιστικών υποδομών και των χρηματοοικονομικών αποθεμάτων, όμως τα περισσότερα εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τη θαλάσσια πρόσβαση μέσω του Ορμούζ. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε ότι το 2025 σχεδόν 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα και περίπου πέντε εκατ. βαρέλια πετρελαϊκών προϊόντων την ημέρα διήλθαν από τα Στενά. Αναφέρει επίσης ότι περίπου 93% των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ και 96% των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων περνούν από τη θαλάσσια αυτή δίοδο. Σε μια διαταραχή δύο εβδομάδων, οι πραγματικές ελλείψεις θα έπλητταν κατά πάσα πιθανότητα ταχύτερα τον Λίβανο, τη Συρία και την Υεμένη. Η Ιορδανία, η Αίγυπτος, το Ιράκ και η Τουρκία θα απορροφούσαν το αρχικό σοκ μέσω εισαγωγών, αποθεμάτων και εναλλακτικών προμηθευτών, όμως οι αγορές ντίζελ και υγραερίου θα μπορούσαν να «στενέψουν» γρήγορα.
Μια κρίση διάρκειας τριών έως έξι μηνών θα έφερνε στο προσκήνιο το φάσμα του δελτίου, της οικονομικής παράλυσης και της ανθρωπιστικής πίεσης. Η Τουρκία και η Αίγυπτος θα έπρεπε να πληρώσουν περισσότερα για εισαγωγές και προϊόντα, ενώ το Ιράκ θα βρισκόταν ταυτόχρονα υπό πίεση σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα είχαν τα μεγαλύτερα περιθώρια σε επίπεδο εφοδιαστικής και χρηματοδότησης, αλλά ούτε αυτά θα μπορούσαν να αναπληρώσουν πλήρως τις κανονικές ροές των Στενών του Ορμούζ.