Δημοσιογράφος μηνύει το Ντίαρμπορν και τον δήμαρχό του για αντιχριστιανικές και αντιεβραϊκές διακρίσεις
Την αγωγή στηρίζει τοπικός πάστορας, τον οποίο ο δήμαρχος Αμπντάλα Χαμούντ είχε αποκαλέσει «ισλαμοφοβικό».
Ο Dexter Van Zile, Violin Family Research Fellow του Φόρουμ της Μέσης Ανατολής (Middle East Forum, MEF), είναι managing editor του Focus on Western Islamism. Πριν από τη σημερινή του θέση, ο Van Zile εργάστηκε επί 16 χρόνια στην Committee for Accuracy in Middle East Reporting and Analysis, όπου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης που μεταδιδόταν σε χριστιανικές εκκλησίες από Παλαιστίνιους χριστιανούς και στην ανασκευή της αντισημιτικής προπαγάνδας που διέδιδαν λευκοί εθνικιστές και οι σύμμαχοί τους στις ΗΠΑ. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στη Jerusalem Post, στη Boston Globe, στο Jewish Political Studies Review, στο Algemeiner και στο Jewish News Syndicate. Έχει συγγράψει πολυάριθμες ακαδημαϊκές μελέτες και κεφάλαια βιβλίων για τον χριστιανικό αντισιωνισμό.

Οι αμαρτίες του παρελθόντος γύρισαν μπούμερανγκ για το Ντίαρμπορν του Μίσιγκαν και τον δήμαρχό του, Αμπντάλα Χαμούντ. Έναν χρόνο και λίγες ημέρες αφότου ο Χαμούντ επέπληξε έναν τοπικό πάστορα, ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί για τα εγκώμια του δημάρχου προς έναν υποστηρικτή της Χεζμπολάχ, η Μάργκοτ Κλίβελαντ (Margot Cleveland), δημοσιογράφος και νομική σχολιάστρια που αρθρογραφεί στο The Federalist, κατέθεσε αγωγή σε Ομοσπονδιακό Πρωτοδικείο (U.S. District Court) κατά του Χαμούντ και της πόλης που διοικεί. Η αγωγή, που κατατέθηκε από το American Freedom Law Center (AFLC) στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, κατηγορεί την πόλη και τους επικεφαλής της για παραβίαση της ρήτρας περί μη καθιέρωσης θρησκείας (Establishment Clause) του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία απαγορεύει στους κρατικούς θεσμούς να δείχνουν προτίμηση σε μία θρησκεία έναντι άλλης.
«Για πάρα πολύ καιρό, η πόλη του Ντίαρμπορν υπήρξε ένας εχθρικός τόπος για χριστιανούς και Εβραίους. Ο εναγόμενος Χαμούντ ανέβασε αυτή την εχθρότητα σε ανώτερο επίπεδο, μεταφέροντας ανοιχτά το μήνυμα ότι χριστιανοί και Εβραίοι δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην πόλη και είναι, πράγματι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας», αναφέρει η αγωγή, επαναλαμβάνοντας επιχειρήματα που είχαν διατυπωθεί και στις σελίδες του ιστότοπου Focus on Western Islamism.
Η αγωγή περιγράφει αναλυτικά ένα μοτίβο φερόμενης θρησκευτικής ευνοιοκρατίας από τον Απρίλιο του 2025, όταν η Κλίβελαντ διαπίστωσε ότι η πόλη είχε δαπανήσει δημόσιους πόρους –περίπου 1.500 δολάρια για πανό με το μήνυμα «Ramadan Kareem» και 5.000 δολάρια για φωτιζόμενη κατασκευή ημισελήνου σε δημοτικό πάρκο– χωρίς να προβλέψει αντίστοιχη αναγνώριση για τη Σαρακοστή ή για το επικείμενο εβραϊκό Πάσχα. Σύμφωνα με την αγωγή, το επακόλουθο αίτημα της Κλίβελαντ να αντιμετωπίζει η πόλη τις χριστιανικές και τις εβραϊκές εορτές με την ίδια δημόσια προβολή έμεινε αναπάντητο, την ώρα που το αστυνομικό τμήμα της πόλης πουλούσε μπλουζάκια με θεματολογία του Ραμαζανιού, τα οποία έφεραν το επίσημο έμβλημά του, και ο Χαμούντ χρησιμοποιούσε το υπηρεσιακό του email για να προωθήσει εκδήλωση Ιφτάρ. Η αγωγή υποστηρίζει ότι η ανισότητα διευρύνθηκε περαιτέρω το 2026, όταν η πόλη εγκατέστησε πρόσθετες φωτιζόμενες κατασκευές για το Ραμαζάνι, τις οποίες ο ίδιος ο Χαμούντ περιέγραψε ως αντανάκλαση του «ποιοι είμαστε ως πόλη», ενώ ο προϋπολογισμός του Δημοτικού Συμβουλίου την ίδια χρονιά δεν περιλάμβανε και πάλι καμία χρηματοδότηση για αντίστοιχες χριστιανικές ή εβραϊκές εορταστικές εκδηλώσεις, παρά το πλεόνασμα και τις επανειλημμένες δημόσιες εκκλήσεις της Κλίβελαντ.
«Ούτε ο [νομικός σύμβουλος της πόλης] κ. Ρόμερ ούτε κανείς άλλος από την πόλη απάντησε στο email της ενάγουσας», αναφέρει η αγωγή.
Η αγωγή εγείρει τρεις αξιώσεις: αξίωση για αντίποινα κατά παράβαση της Πρώτης Τροπολογίας, με τον ισχυρισμό ότι η πόλη και ο Χαμούντ τιμώρησαν την Κλίβελαντ για τη δημοσιογραφική και ακτιβιστική της δράση, αποκλείοντάς την από την επικοινωνία και από δημόσιες συνεδριάσεις· αξίωση βάσει της ρήτρας ίσης προστασίας της Δέκατης Τέταρτης Τροπολογίας, με τον ισχυρισμό ότι έτυχε δυσμενέστερης μεταχείρισης από άλλους κατοίκους σε ανάλογη θέση εξαιτίας των θρησκευτικών και πολιτικών της απόψεων· και αξίωση βάσει της ρήτρας περί μη καθιέρωσης θρησκείας, με τον ισχυρισμό ότι η πόλη ευνόησε αντισυνταγματικά το Ισλάμ έναντι του χριστιανισμού και του ιουδαϊσμού μέσω της χρηματοδότησης θρησκευτικών κατασκευών και εκδηλώσεων. Η αγωγή επικαλείται τη δημόσια δήλωση του ίδιου του Χαμούντ ότι το πρόγραμμα για το Ραμαζάνι αντανακλά «ποιοι είμαστε ως πόλη» ως ένδειξη επίσημης κρατικής προτίμησης μίας πίστης έναντι των άλλων και ζητεί από το δικαστήριο αναγνωριστική απόφαση, ασφαλιστικά μέτρα κατά των φερόμενων ως μεροληπτικών πρακτικών της πόλης, συμβολική αποζημίωση και δικαστικά έξοδα.
Η Κλίβελαντ υποστηρίζει ότι, αφότου ζήτησε δημόσια από το Δημοτικό Συμβούλιο να χρηματοδοτήσει πανό για το Πάσχα και το εβραϊκό Πάσχα, καθώς και μια μενορά, αξιωματούχοι της πόλης έδωσαν εντολή στη νομική υπηρεσία του δήμου (Corporation Counsel) να υποδείξει στα μέλη του συμβουλίου να μην επικοινωνούν μαζί της, επικαλούμενοι τη δηλωμένη πρόθεσή της να προωθήσει «πιθανές νομικές αξιώσεις», παρότι εκείνη επανειλημμένα είχε πει ότι στόχος της ήταν να επιλυθεί το ζήτημα χωρίς δικαστική διαμάχη. Ισχυρίζεται επίσης ότι της απαγορεύτηκε να καλύψει ως δημοσιογράφος μια συνεδρίαση «Ενημέρωσης της Κοινότητας» τον Απρίλιο του 2026, ότι της επιτράπηκε να παραστεί μόνο ως κάτοικος, υπό τον όρο να μη γράψει γι’ αυτήν, και ότι έκτοτε δεν προσκλήθηκε ποτέ ξανά σε ανάλογη συνεδρίαση – ένδειξη, όπως υποστηρίζει, ότι η πόλη την απέκλεισε σε αντίποινα για τη δράση της και την κριτική της προς τον δήμαρχο.
«Επιτρέποντας και προωθώντας επιλεκτικά τη θρησκευτική έκφραση για τους μουσουλμάνους, ενώ αρνούνται παρόμοια έκφραση σε χριστιανούς και Εβραίους, όπως εκτίθεται στην παρούσα αγωγή, οι εναγόμενοι μετέφεραν και υλοποίησαν κρατική προτίμηση για μια θρησκευτική παράδοση έναντι μιας άλλης».
Η αγωγή ανακαλεί επίσης μια πλέον θρυλική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χαμούντ και τον τοπικό πάστορα Τεντ Μπάρχαμ (Ted Barham). Σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 9 Σεπτεμβρίου 2025, ο Μπάρχαμ σηκώθηκε για να εκφράσει την αντίρρησή του στην απόφαση της πόλης να μετονομάσει έναν τοπικό δρόμο προς τιμήν του Οσάμα Σιμπλάνι, ενός ανθρώπου που έχει εγκωμιάσει δημόσια τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς ως «μαχητές της ελευθερίας». Συστήνοντας τον εαυτό του ως χριστιανό που είχε ζήσει στον Λίβανο, στο Ισραήλ και στη Δυτική Όχθη, ο Μπάρχαμ είπε στο συμβούλιο ότι η ονοματοδοσία του δρόμου ήταν «εντελώς ανάρμοστη», παρομοιάζοντάς την με το να ονομάσει κανείς έναν δρόμο «οδό Χεζμπολάχ ή οδό Χαμάς», και επικαλέστηκε ορισμένες από τις ίδιες τις εμπρηστικές δηλώσεις του Σιμπλάνι – συμπεριλαμβανομένου του σχολίου του ότι το αίμα των «μαρτύρων» «ποτίζει τη γη της Παλαιστίνης». Ο Μπάρχαμ έκλεισε επικαλούμενος τη χριστιανική Γραφή, λέγοντας ότι επιθυμούσε «να ενθαρρύνω την ειρήνη» και ότι ο Ιησούς «αποκαλείται άρχων της ειρήνης», προσθέτοντας τη φράση «μακάριοι οι ειρηνοποιοί».
Η απάντηση του Χαμούντ, που καταγράφηκε σε βίντεο και παρατίθεται εκτενώς στην αγωγή, έχει έκτοτε γίνει διαβόητη. Είπε στον Μπάρχαμ: «Η καλύτερη πρόταση που έχω για σένα είναι να μην οδηγείς στη Λεωφόρο Γουόρεν ή να κλείνεις τα μάτια σου όσο το κάνεις», προτού τον κατηγορήσει για υποκρισία επειδή επικρίνει τη μετονομασία του δρόμου, ενώ ο ίδιος είχε αναρτήσει βίντεο «στεκούμενος μπροστά από το τζαμί μου λέγοντας τα πιο σκληρά πράγματα για τους μουσουλμάνους».
Ο Χαμούντ συνέχισε αποκαλώντας τον Μπάρχαμ «φανατικό», «ρατσιστή» και «ισλαμοφοβικό», και δήλωσε: «Παρότι ζεις εδώ, θέλω να ξέρεις, ως δήμαρχος, ότι δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ. Και η ημέρα που θα φύγεις από την πόλη θα είναι η ημέρα που θα διοργανώσω παρέλαση για να γιορτάσω το γεγονός ότι έφυγες από την πόλη . . . επειδή δεν είσαι κάποιος που πιστεύει στη συνύπαρξη». Η αγωγή προβάλλει αυτή την ανταλλαγή ως άμεση ένδειξη της εχθρότητας του δημάρχου προς τους μη μουσουλμάνους κατοίκους που επικρίνουν τις πολιτικές της πόλης.
«Ο εναγόμενος Χαμούντ ανέβασε αυτή την εχθρότητα σε ανώτερο επίπεδο, μεταφέροντας ανοιχτά το μήνυμα ότι χριστιανοί και Εβραίοι δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην πόλη και είναι, πράγματι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας», αναφέρει η αγωγή.
Ο Μπάρχαμ λέει ότι, παρότι πολλοί τον παρότρυναν να μηνύσει ο ίδιος τον Χαμούντ μετά την αντιπαράθεση –επικαλούμενοι πιθανές αξιώσεις για αντίποινα κατά παράβαση της Πρώτης Τροπολογίας, φίμωση του λόγου και δυσφήμηση– επέλεξε να μην το κάνει, αντλώντας από τη χριστιανική του πεποίθηση να «ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται» και από την ελπίδα του να κερδίσει τον δήμαρχο και άλλους μουσουλμάνους γείτονες στο «ευαγγέλιο της ειρήνης», αντί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο.
«Ταυτόχρονα, υπάρχουν και βιβλικά ερείσματα για τη λήψη νομικών μέτρων ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα διάδοσης του ευαγγελίου. Δεδομένου αυτού, υποστηρίζω την απόφαση του American Freedom Law Center να το πράξει», δήλωσε ο Μπάρχαμ στο Focus on Western Islamism (FWI).
Ο Άντονι Ντίγκαν (Anthony Deegan), χριστιανός κάτοικος του Ντίαρμπορν που έχει εργαστεί για να τεκμηριώσει και να αντιμετωπίσει την αντιαμερικανική και αντιισραηλινή προπαγάνδα που διακινούν ισλαμιστές και οι αριστεροί σύμμαχοί τους στην πόλη, λέει ότι η αγωγή εντάσσεται σε ένα μοτίβο που βλέπει να επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια. Με δεδομένες τις συνεχιζόμενες αντιπαραθέσεις στην πόλη –μεταξύ άλλων ότι πολιτικοί αντιμετωπίζουν περιουσιακά στοιχεία και χώρους του δήμου ως προσωπικά τους αθύρματα– λέει ότι ήταν «απλώς θέμα χρόνου» προτού το Ντίαρμπορν βρεθεί στην ηττημένη πλευρά μιας ακόμη δαπανηρής αγωγής.
«Αυτή ίσως να είναι», είπε ο Ντίγκαν.
«Το Ντίαρμπορν έχει ξαναπεράσει από αυτόν τον δρόμο και έχει χάσει κάθε φορά», δήλωσε ο Ντέιβιντ Γερουσάλμι (David Yerushalmi), συνιδρυτής και ανώτερος νομικός σύμβουλος του AFLC, παραπέμποντας σε προηγούμενες αγωγές κατά της πόλης. «Αυτό που καθιστά την υπόθεση ιδιαίτερα ανησυχητική είναι ότι αξιωματούχοι της πόλης, μέχρι και τον ίδιο τον δήμαρχο, απάντησαν σε ένα ευγενικό αίτημα πολίτη για ίση μεταχείριση με σιωπή, κωλυσιεργία και ανοιχτή εχθρότητα — συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των λόγων του δημάρχου, που είπε σε χριστιανό κάτοικο ότι “δεν είναι ευπρόσδεκτος” στη δική του πόλη. Η εντολέας μας απλώς ζητεί από την πόλη να αντιμετωπίζει τους χριστιανούς και τους Εβραίους ως ισότιμους πολίτες».
Ο δήμαρχος του Ντίαρμπορν, Αμπντάλα Χαμούντ, δεν έχει απαντήσει σε αίτημα του FWI για σχόλιο.