Πόσο βαθιά φτάνει η αλλαγή για τις γυναίκες στη Σαουδική Αραβία
Οι νομικές μεταρρυθμίσεις έχουν θεσπιστεί, όμως ο θεσμικός εκσυγχρονισμός, οι διοικητικές διαδικασίες και οι μηχανισμοί εφαρμογής μένει ακόμη να εξελιχθούν.
Η Radhika Lakshminarayanan είναι ερευνήτρια και ιστορικός και έχει συνεργαστεί, επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες, με κορυφαία ιδρύματα στο Κουβέιτ και την Ινδία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Small States Security Dilemma—Kuwait after 1991» («Το δίλημμα ασφάλειας των μικρών κρατών — Το Κουβέιτ μετά το 1991»).

Η ζωή των γυναικών στη Σαουδική Αραβία έχει μεταμορφωθεί την τελευταία δεκαετία, ως συνέπεια των αλλαγών που απελευθέρωσε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του διαδόχου του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αμφισβήτησαν παραδοχές που οι Σαουδάραβες θεωρούσαν κάποτε αμετάβλητες. Αναγνώρισαν επίσης μια οικονομική πραγματικότητα: μια οικονομία που επιδιώκει να διαφοροποιηθεί πέρα από το πετρέλαιο δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει τον μισό της πληθυσμό στο περιθώριο του δημόσιου βίου.
Το Saudi Vision 2030, επομένως, κατέστησε τη συμμετοχή των γυναικών όχι μόνο κοινωνικό στόχο αλλά και οικονομική επιταγή. Η άρση των περιορισμών στη μετακίνηση, την απασχόληση και τη συμμετοχή στον δημόσιο βίο επέφερε έναν μετασχηματισμό που, αν και καθοδηγείται από το κράτος, δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ως προσχηματικός. Οι Σαουδαράβισσες έχουν εισέλθει σε πανεπιστήμια, χώρους εργασίας, επιχειρήσεις και τεχνικά επαγγέλματα και καταλαμβάνουν ολοένα πιο ορατές θέσεις στον δημόσιο βίο.
Σε νομικό επίπεδο, οι Σαουδαράβισσες απέκτησαν το δικαίωμα να οδηγούν το 2018, ενώ η σαουδαραβική νομοθεσία χαλάρωσε το 2019 τους περιορισμούς που συνδέονταν με την ανδρική κηδεμονία, παρέχοντας στις γυναίκες δικαιώματα μετακίνησης και ταξιδιού. Η πρόσβαση στην απασχόληση διευρύνθηκε περαιτέρω, οι προστασίες στον χώρο εργασίας βελτιώθηκαν και προγράμματα όπως το Wusool και το Qurrah αντιμετώπισαν εμπόδια που αφορούσαν τις μεταφορές και τη φροντίδα. Οι πολιτικές «σαουδοποίησης» δημιούργησαν επίσης ισχυρότερα κίνητρα για τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα ώστε να προσλαμβάνουν Σαουδάραβες πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών. Οι πολιτικές αυτές συμπλήρωσαν το νομικό δικαίωμα των γυναικών στην εργασία, δίνοντάς τους τις κατάλληλες δεξιότητες, υποδομές και θεσμική στήριξη για να το ασκήσουν. Η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε θεαματικά, από 22,8% το 2016 σε 33,6% το 2025, ξεπερνώντας τον στόχο του 30% που είχε θέσει το Saudi Vision 2030. Αυτό καταδεικνύει ότι στη Σαουδική Αραβία η σύγκλιση πολιτικής εξουσίας, οικονομικής αναγκαιότητας και θεσμικής πολιτικής έχει επιταχύνει τον κοινωνικοοικονομικό μετασχηματισμό.
Ωστόσο, ενώ η συμμετοχή των γυναικών στη Σαουδική Αραβία έχει ξεπεράσει τη συμβολική ένταξη, ο δρόμος προς τη χειραφέτηση παραμένει μακρύς. Η πρώτη φάση των μεταρρυθμίσεων εξασφάλισε στις γυναίκες πρόσβαση, όμως η επόμενη φάση πρέπει να αφορά τη δυνατότητα δράσης, την οικονομική ισχύ, την ηγεσία και τη λήψη αποφάσεων. Και τούτο διότι μια γυναίκα μπορεί να εισέλθει στην αγορά εργασίας και να παραμείνει οικονομικά εξαρτημένη, να της αρνηθούν μια προαγωγή ή ακόμη και να στερείται τη δυνατότητα να ελέγχει τα δικά της περιουσιακά στοιχεία. Παρά τη μόρφωση και τις δεξιότητές της, ενδέχεται να μη φτάσει ποτέ σε ένα διοικητικό συμβούλιο όπου θα μπορεί να λαμβάνει στρατηγικές αποφάσεις. Το πραγματικό μέτρο της χειραφέτησης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στο πόσες γυναίκες εργάζονται· πρέπει να περιλαμβάνει τους τομείς στους οποίους εργάζονται, πόσα κερδίζουν, τι κατέχουν, πόσο ψηλά ανεβαίνουν και πόση εξουσία ασκούν.
Στο πλαίσιο της έκθεσης Women, Business and the Law 2026 της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Σαουδική Αραβία συγκεντρώνει 56,2/100 στα νομικά πλαίσια, 72,0 στα υποστηρικτικά πλαίσια και 50,7 στις αντιλήψεις για την εφαρμογή τους. Οι βαθμολογίες είναι υψηλές στην ίση αμοιβή, καθώς και στη γονεϊκότητα, την εργασία και τη φροντίδα των παιδιών. Ωστόσο, ο γάμος και τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν ασθενέστεροι τομείς, με 25 μονάδες έκαστος, ενώ η μετακίνηση φτάνει το 38 και η επιχειρηματικότητα το 50. Αυτό υποδηλώνει ότι η κατανομή της οικονομικής ισχύος παραμένει άνιση.
Οι νομικές μεταρρυθμίσεις έχουν θεσπιστεί, όμως οι θεσμικές αλλαγές, οι διοικητικές διαδικασίες και οι μηχανισμοί εφαρμογής πρέπει να εξελιχθούν ώστε να έχουν πραγματικό αντίκτυπο. Πρέπει να τις συνοδεύουν προσβάσιμοι μηχανισμοί υποβολής καταγγελιών, διαφανείς διοικητικές διαδικασίες, αποτελεσματικά ένδικα μέσα και θεσμοί ικανοί να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση. Αν δεν γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στα de jure και τα de facto δικαιώματα, οι γυναίκες θα μείνουν χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς τη χειραφέτηση.
Το αναδυόμενο οικοσύστημα γυναικείας επιχειρηματικότητας στη Σαουδική Αραβία προσφέρει μια αισιόδοξη εικόνα. Οι γυναίκες γίνονται ολοένα πιο ορατές στο ηλεκτρονικό εμπόριο, τον τουρισμό, την τεχνολογία, τις συμβουλευτικές υπηρεσίες, τα τρόφιμα και τη φιλοξενία, χάρη σε σημαντική χρηματοδότηση, κατάρτιση και προγράμματα επιχειρηματικότητας με κρατική στήριξη. Η επόμενη όμως πρόκληση πολιτικής είναι να μετακινηθούν οι γυναίκες επιχειρηματίες από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σε δραστηριότητες εντάσεως κεφαλαίου, τεχνολογικά προσανατολισμένες και επεκτάσιμες. Αυτό θα απαιτούσε ευκολότερη πρόσβαση σε πιστώσεις και επιχειρηματικά κεφάλαια, ισχυρότερη προστασία των επιχειρηματικών και περιουσιακών δικαιωμάτων, ευκαιρίες σε δημόσιες προμήθειες, δίκτυα καθοδήγησης, πρόσβαση στην αγορά και μηχανισμούς που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις γυναικείας ιδιοκτησίας να μεγεθυνθούν. Σε ένα εταιρικό περιβάλλον που παραμένει σε μεγάλο βαθμό πατριαρχικό, ως προς τη δομή και τη νοοτροπία, οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται στο περιθώριο της λήψης αποφάσεων σε ανώτερο επίπεδο.
Επιπλέον, ενώ οι πολιτικές εθνικοποίησης του εργατικού δυναμικού έχουν επηρεάσει θετικά τους Σαουδάραβες πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, η αγορά εργασίας της χώρας παραμένει κατακερματισμένη. Συνεπώς, τα οφέλη που ευνοούν την εγχώρια αγορά εργασίας δεν επεκτείνονται αυτομάτως στις μετανάστριες, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένες σε χαμηλότερα αμειβόμενους τομείς υπηρεσιών, στην οικιακή εργασία, στην υγεία και σε επαγγέλματα που σχετίζονται με τη φροντίδα των παιδιών. Μια μετασχηματιστική πολιτική για την αγορά εργασίας δεν μπορεί να σταματά στη διάκριση μεταξύ πολιτών και μη πολιτών· πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάζεται το ευρύτερο γυναικείο εργατικό δυναμικό, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, των προστασιών στον χώρο εργασίας, της μετακίνησης και της πρόσβασης σε ένδικα μέσα.
Η εκπαίδευση παρουσιάζει ένα ακόμη παράδοξο. Οι Σαουδαράβισσες είναι μορφωμένες, με ισχυρή εκπροσώπηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ουσιαστική συμμετοχή στις θετικές επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική, την ιατρική, τις επιχειρήσεις και τη νομική. Ωστόσο, το εκπαιδευτικό επίπεδο δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε απασχόληση και υψηλότερες αποδοχές, ούτε διασφαλίζει την άνοδο σε ηγετικές θέσεις στην κορυφή των επιχειρήσεων. Επομένως, για να σπάσει η γυάλινη οροφή, η επόμενη φάση των μεταρρυθμίσεων στη Σαουδική Αραβία πρέπει να αλλάξει τις δομές επαγγελματικής εξέλιξης.
Το δικαίωμα στην οδήγηση έγινε το ισχυρότερο σύμβολο ενός ευρύτερου μετασχηματισμού για τις Σαουδαράβισσες, διότι η μετακίνηση αντιπροσωπεύει αυτονομία, πρόσβαση στην απασχόληση και συμμετοχή στον δημόσιο βίο. Αυτό όμως το κατώφλι έχει προ πολλού περαστεί. Οι νέες Σαουδαράβισσες στα πανεπιστήμια, τους χώρους εργασίας και τις επιχειρήσεις σήμερα έχουν προσδοκίες διαφορετικές από εκείνες των μητέρων και των γιαγιάδων τους. Είναι ψηφιακά συνδεδεμένες, επαγγελματικά φιλόδοξες και εκτεθειμένες σε παγκόσμια εκπαιδευτικά και εργασιακά πρότυπα. Για αυτές, η πρόσβαση δεν είναι το τέρμα· είναι μόνο η αρχή.
Ο ιδιωτικός τομέας της Σαουδικής Αραβίας πρέπει να προσαρμοστεί. Οι γυναίκες δεν μπορούν να παραμείνουν αποδέκτριες ενός προγράμματος ένταξης που καθοδηγείται από το κράτος. Πρέπει να αναγνωριστούν ως ουσιώδεις παράγοντες, των οποίων το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι απαραίτητο για τη μεταπετρελαϊκή οικονομία της Σαουδικής Αραβίας. Το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας τους θα είναι τελικά το αν οι Σαουδαράβισσες μπορούν να κάνουν περισσότερα από το να οδηγούν, να εργάζονται και να συμμετέχουν. Μπορούν να κατέχουν; Μπορούν να ηγούνται; Μπορούν να ελέγχουν κεφάλαια; Μπορούν να διαμορφώνουν την εταιρική στρατηγική και τη δημόσια πολιτική; Και μπορούν να ασκούν εξουσία, αντί απλώς να καταλαμβάνουν θέσεις που δημιουργήθηκαν για αυτές;